ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη την συντροφικότητα. Γνωρίζουμε ανθρώπους, μας αρέσουν, τους ερωτευόμαστε. Νοιώθουμε την ανάγκη να έχουμε κάποιον στο πλευρό μας, είναι μια όψη κι αυτή της έμφυτής μας κοινωνικότητας. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο έξω από αυτή; υπάρχει αυτό που λένε «χημεία» στον έρωτα; Αυτή η αίσθηση πως ταιριάζουμε με έναν άνθρωπο, πως είμαστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο; Η ανάγκη να τον/την έχουμε δίπλα μας συνέχεια, οι πεταλούδες που αισθανόμαστε στο στομάχι όταν τον/την συναντάμε… όλα αυτά έχουν ίσως και κάποια βιοχημική βάση; Σύμφωνα με την βιολογία, ναι! Όχι γενικά και αόριστα, όπως το λέμε για κάποιον που μόλις γνωρίσαμε, επειδή έτυχε να πιούμε τον ίδιο καφέ, αλλά ουσιαστικά, κυριολεκτικά.

Σχεδόν όλα έχουν να κάνουν με το πώς λειτουργεί ο οργανισμός μας σε διάφορες καταστάσεις· με συγκεκριμένες ορμόνες ή άλλες χημικές ουσίες που αυξάνονται ή μειώνονται. Φυσικά η ιδιαίτερη φυσιολογία του καθενός, ο χαρακτήρας του, οι συγκεκριμένες απαιτήσεις και ανάγκες του παίζουν επίσης ρόλο. Όμως κάτω από όλα αυτά υπάρχει ένα κοινό σε όλους μας υπόβαθρο, που στηρίζει όλα τα άλλα: το γενετήσιο ένστικτο. Γιατί, βλέπετε, ο άνθρωπος, όπως όλα τα υπόλοιπα όντα, πέρα από τις πεταλουδίτσες, τα λουλουδάκια και τις καρδούλες, είναι φτιαγμένος έτσι ώστε να αναπαράγει το είδος του, είναι ένας από τους προκαθορισμένους στόχους του.

Θα μου πείτε πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν θέλουν να κάνουν παιδιά, που δεν επιθυμούν να γίνουν γονείς ή που δεν το θεωρούν σημαντικό να αφήσουν οπωσδήποτε απόγονο. Συμφωνώ, όμως να κάνουμε εδώ μια διάκριση: άλλο τι θέλει ο καθένας να κάνει με το σώμα του και άλλο τι είναι αυτό προγραμματισμένο να κάνει. Μπορεί φερ’ ειπείν εγώ να θέλω να κάθομαι σε μια καρέκλα συνέχεια, αυτό όμως δεν σημαίνει πως το σώμα μου δεν είναι σε θέση να βαδίζει – ή ακόμα περισσότερο πως δεν έχει ανάγκη να βαδίζει. Έτσι λοιπόν, ανεξάρτητα από την άποψη του καθενός και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τα πράγματα, υπάρχει και μια γενετική βάση για το τι κάνουμε – τουλάχιστον οι περισσότεροι – ακόμα και στον έρωτα. Και γι’ αυτήν η επιστήμη έχει έναν λόγο παραπάνω.

Ο έρωτας λοιπόν από άποψη βιοχημική μπορούμε να πούμε πως χωρίζεται και αναλύεται σε 3 στάδια: το πρώτο είναι ο πόθος, το δεύτερο η έλξη και το τρίτο η δέσμευση.

Στο πρώτο στάδιο, τον «πόθο», νιώθουμε αυτό που αποκαλούμε εμείς «έρωτα» ή «ενθουσιασμό». Η καρδιά μας χτυπάει πιο δυνατά όταν βλέπουμε τον άνθρωπο με τον οποίο είμαστε ερωτευμένοι και νιώθουμε μια ανεξήγητη ένταση συνεχώς. Δεν είναι και τόσο ανεξήγητα αυτά. Σε αυτό το στάδιο εκκρίνεται η τεστοστερόνη στους άντρες και τα οιστρογόνα στις γυναίκες. Χάρη σε αυτές τις ορμόνες η καρδιά χτυπάει πιο γρήγορα και πιο δυνατά.

Όμως εδώ μια παρατήρηση: όπως συμβαίνει και στα περισσότερα έμβια όντα, έτσι κι εμείς οι άνθρωποι προτιμάμε για ερωτικούς συντρόφους άτομα με τις καλύτερες «προδιαγραφές» επιβίωσης και αναπαραγωγής, με τα καλύτερα δηλαδή γονίδια. Άλλες φορές αυτή η διαδικασία γίνεται συνειδητά (π.χ. όταν με ρατσιστικό τρόπο αποκλείουμε ένα άτομο με κάποια αναπηρία), τις περισσότερες φορές όμως συμβαίνει ασυνείδητα. Η φυσική έλξη που νοιώθουμε για άτομα με λεπτό και γυμνασμένο σώμα ίσως να μην είναι μόνο ζήτημα αισθητικής αλλά να απηχεί ακριβώς αυτή τη «φυσική επιλογή», καθώς οι άνθρωποι με τις «ιδανικές» αναλογίες δείχνουν υγιέστεροι από τους υπόλοιπους. Με την ίδια λογική σε παλιότερες εποχές προτιμούνταν για νύφες οι «αφράτες» κοπέλες, γιατί έδειχναν καλοζωισμένες (άρα υγιέστερες) και σε θέση να γεννήσουν εύκολα πολλά παιδιά.

Παρόλα αυτά βέβαια εννοείται πως μπορεί να γνωρίσουμε κάποιον που να έχει τις τέλειες αυτές αναλογίες και να μας είναι αδιάφορος. Ή το αντίστροφο, να ερωτευτούμε σφοδρά κάποιον που όχι μόνο δεν έχει «κορμάρα» ή δεν είναι τυπικά όμορφος, αλλά που επιπλέον ξέρουμε πως έχει πίσω του οικογενειακό ιστορικό ασθενειών. Γιατί μπορεί να υπάρχει μέσα μας η βιολογική βάση, έχουμε όμως και προσωπικότητα, αισθητικές προτιμήσεις, συναισθηματικές ανάγκες και ιδεολογικές ή ηθικές αρχές, που επηρεάζουν και τον ερωτισμό μας.

Η μετάβαση από το πρώτο στάδιο στο δεύτερο, την «έλξη», σηματοδοτείται από την αυξημένη έκκριση δύο ορμονών, της νευροτρανσαμινάσης (neurotransmitter) και της φαινυλαιθυλαμίνης (phenylethylamine). Η φαινυλαιθυλαμίνη βοηθάει στο να μεταφερθούν σημαντικές πληροφορίες μεταξύ των νευρικών κυττάρων αλλά είναι εξίσου σημαντική για την παραγωγή της ντοπαμίνης (dopamine), της νορεπινεφρίνης (norepinephrine) και της σεροτονίνης (serotonin) . Η ντοπαμίνη παράγει έντονη ενέργεια, οπότε αισθανόμαστε όμορφα, έχουμε καλή διάθεση και δείχνουμε συνεχώς χαρούμενοι. Η νορεπινεφρίνη από την πλευρά της παράγει την αδρεναλίνη, που σε συνδυασμό με την ντοπαμίνη μας δημιουργεί μια ένταση και δεν θέλουμε να κοιμηθούμε, αντιθέτως θέλουμε να είμαστε συνέχεια κοντά στον σύντροφο μας. Τέλος η σεροτονίνη μειώνεται στο οργανισμό σε μικρό βαθμό και έτσι νιώθουμε «χαμένοι» και μια περίεργη ζαλάδα όταν είμαστε ερωτευμένοι.

Στο τρίτο και τελευταίο στάδιο, την «δέσμευση», παράγονται οι ορμόνες οξυτοκίνη (oxytocin) και η βασοπρεσσίνη (vasopressin). Η οξυτοκίνη είναι από τις ορμόνες που συναντάμε από πολύ νωρίς στην ζωή μας, καθώς είναι αυτή που μας προκαλεί το αίσθημα θαλπωρής όταν μας περιβάλλουν οι γονείς μας (και ιδιαίτερα η μητέρα μας) με αγάπη και όταν βρίσκουμε το μητρικό στήθος για να βυζάξουμε. Αντίστοιχα τώρα αυτή η ορμόνη παράγεται όταν απολαμβάνουμε στοργή από τον σύντροφο μας και μας δημιουργεί ένα αίσθημα οικειότητας. Έπειτα η βασοπρεσσίνη είναι η ορμόνη που έχει να κάνει με την μνήμη και προσδιορίζει (μαζί με εξωγενείς παράγοντες φυσικά) το πόσο μακροχρόνια θα είναι μια σχέση.

Στο δεύτερο και τρίτο στάδιο επίσης παράγονται τα πολυπετίδια ενδορφίνες (endorphins), στις οποίες οφείλεται η χαλάρωση μας και η μείωση του άγχους.

Ο «έρωτας» λοιπόν είναι κάτι που έχει μελετηθεί στην βιοχημική του διάσταση από την επιστήμη και έχει αναλυθεί. Γιατί δεν είναι μόνο ένα συναίσθημα ή μία κοινωνική σχέση αλλά έχει και μία οργανική βάση (ή, αν θέλετε, «μετάφραση»), η οποία είναι εξίσου σημαντική. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως είμαστε έμβια όντα, αποτελούμενα από σάρκα, οστά, κύτταρα και ορμόνες, τα οποία παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ζωή μας και σε κάθε τι που έχει να κάνει με αυτή. Το γεγονός βέβαια ότι υπάρχουν οι παραπάνω βιοχημικές διεργασίες στον οργανισμό μας όταν είμαστε ερωτευμένοι ή όταν αγαπάμε δεν σημαίνει πως ο έρωτας είναι μόνο αυτές. Ωστόσο είναι και αυτές! Και είναι καλό να τις γνωρίζουμε προκειμένου να ξέρουμε τι μας συμβαίνει όποτε… πεταρίζει η ερωτευμένη καρδιά μας. Μόνο μην αρχίσετε τέτοιες αναλύσεις με τον/την σύντροφό σας την επόμενη φορά που θα κοιτάτε αγκαλιά τα αστέρια. Θα ξενερώσει! Κρατήστε την… αυτογνωσία σας για τον εαυτό σας!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here