ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Από μικρή πίστευα στο χριστιανισμό. Το ίδιο και η οικογένεια μου. Όπως όλοι, έτσι κι εγώ «κληρονόμησα» από τη στιγμή που γεννήθηκα τα δικά τους πιστεύω. Ίσως αν είχα γεννηθεί κάπου στην Άπω Ανατολή να ήμουν βουδίστρια. Ή μπορεί να είχα κάποια διαφορετική θρησκεία, την οποία και πάλι θα είχα διδαχτεί από τους γονείς μου. Γιατί έτσι συμβαίνει πάντοτε: ο καθένας μαθαίνει να πιστεύει ό,τι του πουν.

Μέσα σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο της σχετικότητας και των τυχαίων (προ)επιλογών ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να πιστεύει σε όποια θρησκεία θέλει – κάτι που δυστυχώς για πολλούς δεν είναι αυτονόητο ούτε ιδιαίτερα αποδεκτό. Όμως από την άλλη, αν θέλει να είναι συνειδητοποιημένος πιστός, που λατρεύει κάποιον θεό από άποψη και όχι απλώς από συνήθεια, επειδή έτυχε να γεννηθεί σε μια χώρα, θα πρέπει να γνωρίζει πέντε πράγματα για τη θρησκεία του, καθώς και για τις άλλες θρησκείες του κόσμου. Αν μη τι άλλο για να μην βλέπει δράκους εκεί όπου δεν υπάρχουν.

Η εφηβεία είναι συνήθως η ηλικία όπου ο άνθρωπος αρχίζει να ψάχνεται βαθύτερα, σκεπτόμενος ποιοι πραγματικά είμαστε, από πού προερχόμαστε και σε ποια ανώτατη δύναμη πιστεύουμε – αν πιστεύουμε. Καθοριστικό ρόλο στην κατεύθυνση που θα πάρουν αυτοί οι προβληματισμοί παίζει ο τρόπος με τον οποίο διδάσκεται το μάθημα της θεολογίας, κυρίως σε αυτή την ηλικία. Σε αυτό πάλι σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και ο καθηγητής, ο οποίος θα διδάξει στους μαθητές όχι μόνο την ιστορία της θρησκείας τους και όλες τις δυσκολίες που αυτή έχει περάσει αλλά και την ιστορία και τα βασικά γνωρίσματα των υπόλοιπων θρησκειών.

Έχοντας υιοθετήσει, όπως είπα, την θρησκεία των γονιών μας, δε μας έχει δοθεί ποτέ η ευκαιρία να γνωρίσουμε άλλες θρησκείες και να ακούσουμε διαφορετικές απόψεις από ανθρώπους διαφορετικής καταγωγής για το ποια είναι η ανώτατη δύναμη στην οποία πιστεύουμε. Το μάθημα των θρησκευτικών μπορεί και πρέπει να μας ανοίγει ένα παράθυρο για αυτήν τη γνώση. Μια επαφή με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις άλλων λαών θα μας βοηθούσε, πιστεύω, όχι μόνο να γνωρίσουμε τον κόσμο γύρω μας αλλά ακόμα και την δική μας θρησκεία καλύτερα. Ακόμα, αν θέλετε, θα μας βοηθούσε να προσεγγίσουμε περισσότερο και την ίδια την έννοια του Θεού.

Όμως πολλοί θεολόγοι δεν έχουν την ίδια άποψη. Γι’ αυτό και όταν αναφέρονται μέσα στην τάξη σε άλλα θρησκεύματα το κάνουν με έναν τρόπο ειρωνικό και γενικά μειωτικό. Δεν έχουν στόχο να πληροφορήσουν τους μαθητές αλλά να δυσφημίσουν. Αντί να ανοίγουν με τους μαθητές φιλοσοφικές συζητήσεις κατασκευάζουν εχθρούς. Με στόχο τελικά όχι να κατανοήσουμε απλώς τις διαφορές της δικιάς μας θρησκείας σε σχέση με τις άλλες όσο το να εξασφαλίσουν ότι δεν θα «ξαστρατίσουμε» ποτέ. Ένα είδος δηλαδή κατήχησης.

Και το πρόβλημα δεν σταματάει εδώ. Οι καθηγητές θεολόγοι πολλές φορές κατά την παράδοση του μαθήματος εκφράζουν τη γνώμη τους με έναν όχι και τόσο ευγενικό τρόπο. Πολλές φορές αναφέρονται στην διαφορετικότητα – από το πώς είναι ντυμένος κανείς μέχρι το τι λέει – με έναν τρόπο προσβλητικό. Κι αυτό χωρίς να χρησιμοποιούνε πάντοτε υβριστικές λέξεις ή φράσεις (άλλωστε η αγένεια δεν έχει να κάνει μόνο με το τι λέει κάποιος αλλά και με τον τρόπο που το λέει). Με την συνολική στάση τους βγάζουν έναν ρατσισμό που στο τέλος-τέλος προσβάλλει την ίδια τη θρησκεία την οποία πρεσβεύουν – και μάλιστα χωρίς να είναι απαραίτητα σωστά αυτά που λένε. Για παράδειγμα υπάρχουν καθηγητές που από την μια πλευρά υποστηρίζουν πως η ορθοδοξία πρεσβεύει την ισότητα των δύο φύλων, από την άλλη όμως μιλάνε σαν μισογύνηδες. Με αυτόν τον τρόπο γίνονται αντιπαθητικοί όχι μόνο οι ίδιοι αλλά δημιουργούν προβληματισμούς στα παιδιά για το αν είναι όντως έτσι η θρησκεία στην οποία πιστεύουν.

Σκοπός του μαθήματος των θρησκευτικών είναι να σου εξηγήσουν τι πιστεύεις εσύ, όχι να μισείς τι πιστεύουν οι άλλοι. Να σου δείξουν τους δρόμους για να προσεγγίσεις τον Θεό, όχι να παπαγαλίσεις απλώς ένα βιβλίο. Να γίνεις σε τελευταία ανάλυση καλύτερος άνθρωπος, όχι απλώς καλός χριστιανός. Η καλοσύνη ως γνωστόν δεν έχει θρησκεία. Δεν έχει χρώμα. Δεν έχει φυλή. Δεν έχει φύλο.

Ποιος είναι προτιμότερος, ποιος είναι πιο κοντά στον λόγο του Θεού; Ένας αλλόθρησκος ή και άθεος που βοηθά τον πλησίον του ή ένας καλός Χριστιανός (ή μάλλον ένας επιφανειακός Χριστιανός) που μένει άπραγος ή που μισεί καθένα που έχει διαφορετικό θρήσκευμα; 

Ο σκοπός λοιπόν είναι τα παιδιά να μάθουν πως σημασία έχει η ουσία, η πράξη, όχι η τυπικότητα. Δεν είσαι καλός άνθρωπος μόνο αν νηστέψεις ή αν πας στην εκκλησία. Η καλοσύνη είναι η ευγένεια, η αλληλεγγύη, η στήριξη. Το μάθημα των θρησκευτικών είναι μάθημα ιστορίας, φιλοσοφίας και ηθικής, όχι πίστης. Μαθαίνουμε την ιστορία των όσων πιστεύουμε, την πορεία της, την αρχή και το τέλος της. Είναι άραγε το μόνο που χρειάζεται για να καλύψουμε υπαρξιακό μας κενό ή την απόσταση που μας χωρίζει από αυτό το ανώτερο ον, το οποίο πιστεύουμε; Σίγουρα όχι. Όμως κανένας θεολόγος δεν βοήθησε ποτέ κανέναν μαθητή να προσεγγίσει τον Θείο Λόγο μέσα από την ειρωνεία, τη μισαλλοδοξία και την τυπολατρία. Μόνο με το βάθος της σκέψης του και το προσωπικό του ήθος. 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here