ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Όταν διαβάζει κανείς τους στίχους του εξωφύλλου μας, δύσκολα μπορεί να πιστέψει πως ανήκουν σε κάποιον εκπρόσωπο του μουσουλμανικού κόσμου. Και μάλιστα όχι σε κάποιον περιθωριακό, σε κάποιον απόβλητο της θρησκόληπτης ισλαμικής κοινωνίας, αλλά στον εθνικό ποιητή της Παλαιστίνης, τον Μαχμούτ Νταρουίς (1942-2008), που δυο δεκαετίες πριν είχε διατελέσει υπουργός Εξωτερικών του κατεχόμενου παλαιστινιακού κράτους!

Στην σημερινή Παλαιστίνη της ισλαμιστικής Χαμάς η φωνή του Νταρουίς, με το ειρηνικό και φιλάνθρωπο κάλεσμά της, θα φάνταζε πιθανώς αταίριαστη, ίσως και βέβηλη. Όσο βέβηλες (μην πω απίστευτες) φαντάζουν και οι εικόνες των γυναικών με τα μίνι που μας έρχονται από το Αφγανιστάν του 1980, όταν τις συγκρίνουμε με τον σημερινό μεσαίωνα της μπούρκας.

Κι όμως, τριάντα μόλις χρόνια πριν οι ισλαμικές κοινωνίες της Μέσης Ανατολής δεν ήταν όπως σήμερα. Δεν είχαν επικεφαλής φανατικούς μουλάδες (ιερείς) ούτε έστελναν ομάδες αυτοκτονίας να σπέρνουν τον τρόμο στον δυτικό κόσμο. Πίστη στον Αλλάχ ασφαλώς υπήρχε, όμως αν εξαιρέσει κανείς την πάντοτε θεοκρατική Σαουδική Αραβία δεν συναντούσες τη σημερινή θρησκοληψία. Τα ήθη τους ήταν σαφώς πιο συντηρητικά από τα δικά μας, όχι όμως πολύ (τουλάχιστον στις αστικές περιοχές), και σε κάθε περίπτωση απείχαν παρασάγγας από τον πουριτανισμό που τους έχει επιβληθεί τώρα. Και όσον αφορά την πολιτική τους ταυτότητα, αυτή, αν και με ιδιότυπο τρόπο, έγερνε μάλλον προς τα αριστερά.

Τι συνέβη λοιπόν σε αυτές τις κοινωνίες και μεταλλάχτηκαν τόσο πολύ; Γιατί ανακόπηκε η πορεία «δυτικοποίησής τους» που είχε ξεκινήσει ήδη από την δεκαετία του ’50; Οι αιτίες είναι πολλές και η εξαντλητική πραγμάτευσή τους θα απαιτούσε πολύ χώρο. Εδώ μόνο νύξεις θα κάνουμε για να δώσουμε τη γενική εικόνα. Από κει και πέρα οι ιστοριόφιλοι ας το ψάξουν μόνοι τους.

 

Η αυγή του ισλαμικού φονταμενταλισμού

Το πρώτο βήμα για την αντίστροφη πορεία έγινε στο Ιράν (Περσία) το 1979. Μέχρι τότε η μεγάλη αυτή χώρα είχε κοσμικό (μη θεοκρατικό) καθεστώς. Διοικούνταν από τον δυτικόφιλο σάχη (βασιλιά) Μοχάμεντ Παχλαβί, ο οποίος, παρά τις δικτατορικές μεθόδους του (που είχαν στόχο κυρίως την πανίσχυρη ως τα μέσα της δεκαετίας του ’50 αριστερά), σε επίπεδο κουλτούρας και ηθών τουλάχιστον ήταν εκσυγχρονιστής. Είναι χαρακτηριστικό π.χ. πως στην εποχή του οι κοπέλες βάφονταν και φορούσαν μίνι ακριβώς όπως στη Δύση.

Με την πάροδο των ετών ωστόσο ο αυταρχισμός, η διαφθορά και η οικονομική πολιτική του καθεστώτος, που δημιουργούσε κοινωνικές ανισότητες, είχαν στρέψει ένα μεγάλο κομμάτι του λαού εναντίον του. Η θέση του σάχη επιδεινώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όταν έχασε την υποστήριξη του κλήρου, λόγω των «ανοιγμάτων» του στο Ισραήλ (που αποτελεί κοινό εχθρό όλου του αραβικού κόσμου). Η αριστερά, τσακισμένη έπειτα από 25 χρόνια ανελέητων διώξεων, δεν ήταν σε θέση να ηγηθεί του επαναστατικού ρεύματος. Έτσι, στα 1979 έγινε επανάσταση με την καθοδήγηση των μουλάδων, οι οποίοι, αφού εκθρόνισαν τον Παχλαβί, εγκαθίδρυσαν ένα θεοκρατικό καθεστώς, αντίστοιχο με εκείνο της έως τότε περιθωριακής Σαουδικής Αραβίας.

Ήταν η πρώτη εμφάνιση του ακόμα ασυγκρότητου ριζοσπαστικού Ισλάμ, που ερχόταν να εκφράσει μία μερική έστω άρνηση του δυτικού τρόπου σκέψης και την «επιστροφή στις ρίζες», δηλαδή τις θρησκευτικές παραδόσεις.

Το επόμενο βήμα έγινε την ίδια περίπου εποχή στο γειτονικό Αφγανιστάν. Ως τα τέλη του 1977 η μισοφεουδαρχική αυτή χώρα διοικούνταν από έναν βασιλιά. Στα 1978 όμως έγινε επανάσταση και στην εξουσία ανέβηκε ο σοσιαλιστής και σοβιετόφιλος (συμπαθών δηλαδή την κομμουνιστική Ρωσία) Nor Mohammad Taraki. Οι Αμερικανοί, που μόλις είχαν χάσει στο κομμουνιστικό Βιετνάμ, δεν είδαν αυτή την εξέλιξη με θετικό μάτι. Έτσι άρχισαν να εξοπλίζουν και να εκπαιδεύουν τους θρησκόληπτους Μουτζαχεντίν (μαχητές της πίστης) για να τον ανατρέψουν. Ο Taraki δολοφονήθηκε, στη συνέχεια όμως οι Σοβιετικοί εισέβαλαν στη χώρα για να προστατέψουν το καθεστώς. Δέκα χρόνια το προσπάθησαν, στο τέλος όμως έφυγαν ηττημένοι. Το Αφγανιστάν επανήλθε στην καθυστέρησή του, ενώ για «προίκα» του κράτησε τους Μουτζαχεντίν, που λίγα χρόνια αργότερα μετεξελίχτηκαν στους γνωστούς Ταλιμπάν του Μπιν Λάντεν.

 

Εδραίωση και παγκόσμια διασπορά

Καθοριστική στιγμή για την αναρρίχηση των τελευταίων στην εξουσία ήταν η πρώτη εισβολή των Αμερικανών στο Ιράκ στα 1991. Στην εξόρμησή τους εκείνη οι Αμερικανοί είχαν μεταξύ άλλων τη βοήθεια και της πάντοτε υποτελούς στις ΗΠΑ Σαουδικής Αραβίας. Ο υπόλοιπος αραβικός κόσμος είχε λουφάξει από τον φόβο του. Ο Μπιν Λάντεν είχε τότε την ευκαιρία που ζητούσε: αφού κατήγγειλε τους συμπατριώτες του Σαουδάραβες για την στάση τους, προέβαλε ως ο «τιμωρός του έθνους του Ισλάμ», που θα εκδικούνταν τους «Δυτικούς σταυροφόρους» για τις διαχρονικές προσβολές τους εναντίον του.

Η διαφορά του δικού του αντιαμερικανισμού από εκείνους του παρελθόντος ήταν ορατή: ο Μπιν Λάντεν δεν μιλούσε σαν τυπικός εκφραστής του (κοσμικού) παναραβικού εθνικισμού που είχαν εγκαινιάσει στη δεκαετία του ’50 ο Αιγύπτιος Νάσερ και τα κόμματα τύπου Μπάαθ (βλ. παρακάτω), ούτε σαν αριστερός Παλαιστίνιος μαχητής της εποχής του Αραφάτ. Το κέντρο βάρος του δικού του λόγου ήταν η θρησκεία: αυτή ένωνε όλους τους Άραβες, αυτή θα έδιωχνε και τους κατακτητές. Ο πόλεμός του ήταν πολιτισμικός, ήταν θρησκευτικός: ήταν ένας πόλεμος των μουσουλμάνων εναντίον των «απίστων». Οι Άραβες και όλοι γενικώς οι Μουσουλμάνοι έπρεπε να αρνηθούν συνολικά τη δυτική κουλτούρα (από τη δημοκρατία μέχρι την τέχνη και την ενδυμασία) και να επανέλθουν στις ρίζες, δηλαδή στην ισλαμική παράδοση.

Η συνέχεια είναι γνωστή: πραξικόπημα των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, άνοδός τους στην εξουσία και επιβολή ενός εφιαλτικού θεοκρατικού καθεστώτος· επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, εισβολή των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και δολοφονία του Μπιν Λάντεν, με τους Ταλιμπάν ωστόσο να εξακολουθούν να ελέγχουν ένα μέρος της χώρας. Η θύελλα ξεκίνησε κι άντε να τη σταματήσεις…

 

Η σημερινή κορύφωση

Και φτάνουμε στη σημερινή κρίση, όπου το ριζοσπαστικό Ισλάμ έχει μετατραπεί σε μαζικό κίνημα με παγκόσμια δικτύωση. Ταλιμπάν πλέον δεν υπάρχουν ως ορατή απειλή, τη θέση τους όμως έχει πάρει ο ISIS (Daesh στα Αραβικά), που είναι μακράν εφιαλτικότερος.

Η ανάπτυξη του ISIS ήρθε ως αποτέλεσμα του πολιτικού κενού και της κοινωνικής και διοικητικής διάλυσης που επέφερε η κατάρρευση των κοσμικών καθεστώτων του αραβικού κόσμου τα τελευταία 15 χρόνια. Τα καθεστώτα αυτά είχαν εισαχθεί από τα κόμματα τύπου Μπάαθ, που ήταν ας πούμε η αραβική εκδοχή της δικής μας σοσιαλδημοκρατίας (στην οποία ανήκει και το ΠΑΣΟΚ). Αν και δικτατορικού τύπου, τα κόμματα αυτά είχαν ωστόσο καταφέρει να θεμελιώσουν ένα κράτος ανεξίθρησκο (κοσμικό) και είχαν κατασιγάσει τις φυλετικές έριδες που παραδοσιακά ταλάνιζαν τον φυλετικά οργανωμένο αραβικό χώρο. Στο μέτρο του δυνατού θα λέγαμε πως είχαν καταφέρει να διαμορφώσουν συνθήκες δυτικού κράτους.

Από το 2003 όμως άρχισε το σταδιακό «ξήλωμά» τους, είτε μέσω αμερικανικής επέμβασης (άμεσης ή έμμεσης), όπως συνέβη π.χ. με τον Σαντάμ στο Ιράκ ή τώρα με τον Άσαντ στην Συρία, είτε μέσω κοινωνικής επανάστασης, όπως έγινε με την «αραβική άνοιξη» του 2012 στην Αίγυπτο του Μουμπάρακ. Σε κάθε περίπτωση η ανατροπή τους απελευθέρωσε τις φυγόκεντρες δυνάμεις που έως τότε ήταν σε καταστολή και οδήγησε τα κράτη σχεδόν στη διάλυση. Παράλληλα ενίσχυσε τις πιο αντιδραστικές (συντηρητικές) δυνάμεις που αναφέρονται στο ριζοσπαστικό (φονταμενταλιστικό) Ισλάμ. Η θρησκεία και ο «ιερός πόλεμος» στο όνομά της έγιναν ξανά μετά από 1000 χρόνια ο ενοποιητικός ιστός ενός χώρου που δεν είχε πλέον από πού αλλού να πιαστεί.   

Για την γιγάντωση του ISIS βεβαίως έπαιξε ρόλο και η χρηματοδότησή του από την Σαουδική Αραβία, που χρόνια τώρα «εξάγει τρομοκρατία» μέσω των ιερέων-προπαγανδιστών που διατηρεί σε κάθε χώρα. Βοήθησαν επίσης και οι δυτικές εταιρείες, που ανενδοίαστα ανέπτυξαν εμπορικές συναλλαγές μαζί του προσφέροντάς του χρήματα (μίζες), όπλα ή ό,τι άλλο τους ζητούσε (business as usual). Πρωτίστως όμως υπεύθυνη είναι η διαχρονική πολιτική των ΗΠΑ (πρωτίστως) και της Ευρώπης (δευτερευόντως) απέναντι στον αραβικό κόσμο. Η προκλητική στήριξη που δεκαετίες τώρα προσφέρουν στο Ισραήλ εναντίον των Παλαιστινίων, σε συνδυασμό με τις συνεχείς στρατιωτικές ή πολιτικές επεμβάσεις τους στα κράτη της Μέσης Ανατολής έχουν συσσωρεύσει πολύ μίσος εναντίον τους. Μίσος που στη σημερινή εποχή, μην έχοντας έναν κοσμικό πολιτικό λόγο να διοχετευτεί (όπως παλιότερα, που τον ρόλο αυτό είχε αναλάβει μονοπωλιακά η αριστερά), εκφράζεται μέσω της θρησκείας.

 

Και τώρα τι κάνουμε;

Είναι προφανές πως εδώ που έχουμε φτάσει ένα μέρος της απάντησης δεν μπορεί παρά να είναι στρατιωτικό. Ακόμα κι αν έχουμε τις χίλιες μύριες ενστάσεις για καθεστώτα τύπου Άσαντ, ακόμα και αν υποψιαζόμαστε τις (καθόλου ανυστερόβουλες) προθέσεις των Ρώσων και των ΝΑΤΟϊκών που μετέχουν στους βομβαρδισμούς εναντίον του ISIS, αυτή τη στιγμή δεν φαίνεται να έχουμε άλλη επιλογή από το να συνταχθούμε μαζί τους. Ούτε η Βρετανία ή η ΕΣΣΔ του Β παγκοσμίου πολέμου ήταν αθώες περιστέρες, όμως μπροστά στον απόλυτο εφιάλτη του ναζισμού όφειλες να συμμαχήσεις μαζί τους. Αντίστοιχα και τώρα. Δεν διαλέγεις πάντοτε τους εχθρούς σου, ούτε και τους συμμάχους σου: η συγκυρία το κρίνει.

Θα πρέπει όμως να έχουμε υπόψη μας πως αυτό που θα κρίνει μακροπρόθεσμα την έκβαση της μάχης με τον ισλαμικό φονταμενταλισμό δεν θα είναι τα όπλα αλλά η πολιτική. Όσο η Δύση θα εξακολουθεί να συμπεριφέρεται στα αραβικά κράτη με νεο-αποικιακό τρόπο, όσο θα εξακολουθεί να κλείνει τα μάτια στο διαρκές έγκλημα που συμβαίνει στην Παλαιστίνη, όσο οι Μουσουλμάνοι της Ευρώπης (και ιδίως της Γαλλίας) θα αντιμετωπίζονται ρατσιστικά, το μίσος θα παραμένει και τα τυφλά τρομοκρατικά χτυπήματα θα επαναλαμβάνονται. Και μάταια τότε θα ψάχνουμε τις αιτίες της βίας στην υποτιθέμενη «βίαιη φύση» του Ισλάμ. Τα εγκλήματα δεν τα διαπράττουν οι θεοί αλλά οι άνθρωποι. Εμείς οι χριστιανοί, έχοντας έναν μεσαίωνα πίσω μας, κάτι ξέρουμε από αυτά…

Ο Μίκης Θεοδωράκης με τον Παλαιστίνιο ηγέτη Γιασέρ Αραφάτ στα 1982 στην Βυρηττό. Ήταν η εποχή που ο Έλληνας μουσουργός συνέθετε τον Εθνικό Ύμνο του κατεχόμενου παλαιστινιακού κράτους κατά παραγγελία της (αριστερόστροφης) ΟΑΠ (Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης).

Γυναίκες στο Αφγανιστάν τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, είκοσι ως τρίαντα χρόνια πριν την επιβολή της μπούρκας από τους Ταλιμπάν. Μια άλλη όψη των μουσουλμανικών κοινωνιών που σήμερα έχουμε ξεχάσει.

Το ήξερες ότι:

Στην μουσουλμανική Τουρκία ο διαχωρισμός εκκλησίας-κράτους θεσμοθετήθηκε ήδη από την δεκαετία του ’20, από τον Κεμάλ.

Στο επίσης μουσουλμανικό Ιράν μια αντίστοιχη προσπάθεια έγινε στα 1953 από τον τότε πρωθυπουργό Μοχάμεντ Μοσαντέκ, πριν αυτός ανατραπεί με πραξικόπημα από τους Άγγλους (για άλλους λόγους).

Σε μας εδώ, εν έτει 2017, ο αντίστοιχος διαχωρισμός παραμένει εκτός συζήτησης…

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here