ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Στην Κόλαση δεν ανήκουν μόνο οι αμετανόητοι αμαρτωλοί, όπως θα υποστήριζε η εκκλησία, αυτοί που έχουν διαπράξει τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, όπως να έλεγε ο Αλιγκιέρι, αλλά και αυτοί που έχουν αλλαξοπιστήσει για χάρη της rock ’n’ roll και rock μουσικής. Βέβαια υπάρχει μία διαφορά… αυτή η Κόλαση είναι πολύ πιο γλυκιά, καθώς για να φτάσει κανείς σε αυτήn απαραίτητη είναι μια στάση στον Παράδεισο. Στον Παράδεισο που δεν είναι άλλος από τους ναούς του βινυλίου: τα δισκοπωλεία.

Πρόκειται για μικρούς κήπους της Εδέμ. Για μικρούς παραδείσους, όπου προστρέχουν όσοι δεν μπορούν να αγγίξουν τον έναν και πραγματικό.

Μολονότι οι περισσότεροι χώροι λατρείας είναι περίτεχνα διακοσμημένοι, τα δισκοπωλεία δεν διαθέτουν κανένα διακοσμητικό στοιχείο. Ίσως μόνο κάποια υπογεγραμμένη αφίσα από τη συναυλία των Metallica το ’99, αλλά πολύ σπάνια. Μονότονοι και ταλαιπωρημένοι από την υγρασία τοίχοι αποτελούν τα θεμέλια του μαγαζιού – αλλά η αλήθεια είναι ότι ποτέ κανένας δεν τους παρατηρεί. Γιατί το στολίδι που προσφέρει την όλη μαγεία είναι οι ίδιοι οι δίσκοι.

Το πρώτο βήμα με την είσοδο κάποιου πιστού; Να αγγίξει με τα σκληρά και τραχιά δάχτυλά του και τα βαθιά σπασμένα νύχια του – διότι κάθε βράδυ συνηθίζει να παίζει κιθάρα χωρίς πένα – τις ελαφρώς φαγωμένες από το χρόνο χάρτινες θήκες των δίσκων. Άμα κλείσει και τα μάτια, αυτή η μαγεία γίνεται όλο και πιο αληθινή. Σαν να ζει στο τότε, στην μακρινή εκείνη εποχή που τόσο θα ήθελε να είχε ζήσει, αλλά που το μόνο που έχει απ’ αυτήν είναι ίσως κάποιες αφηγήσεις από μεγαλύτερούς του.

Από ένστικτο και μόνο θα διαλέξει έναν από αυτούς του δίσκους και θα πιέσει με απόλυτη προσοχή τη θήκη και θα μυρίσει το βινύλιο. Μα τι τρέλα! Λες και η μουσική μυρίζεται… Και όμως! Μπορεί κανείς να μυρίσει από τον ιδρώτα των έφηβων στις συναυλίες των Nirvana μέχρι και τα τριαντάφυλλα των Guns ’n’ Roses. Και τότε νομίζει ότι βρίσκεται στον Παράδεισο.

Τι αυταπάτη…. Βαθιά μέσα του γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν μπορεί να πάει στον Παράδεισο. Ναι, ο Jim Morrison μπόρεσε – που με τόσα που έπαιρνε βρισκόταν από πάντα εκεί… – και ο Richard Wright επίσης. Όμως το κατάφεραν χάρη στους στίχους, τις μουσικές και τα τραγούδια που άφησαν πίσω. Κάτι θαύματα μόνο. Μουσικά θαύματα, ακριβώς όπως το Shine on, you crazy diamond.

Αλλά αυτός, αυτός ο κακόμοιρος ροκάς δεν θα πάει πουθενά. «Το μόνον της ζωής του ταξίδιον» θα είναι αυτό της μουσικής. Και ενώ τη λατρεύει την ίδια στιγμή τη μισεί, γιατί δεν θα καταφέρει ποτέ να γνωρίσει τον Gene Simmons και τον Angus Young. Ούτε θα καταφέρει να γυρίσει πίσω το χρόνο, τότε στο Woodstock του 1969, όπου παίχτηκαν όλες αυτές οι μουσικές που τώρα πλέον τις κρατάει στα χέρια του. Και αυτοί οι μικροί Παράδεισοι, τα δισκοπωλεία, βρίσκονται πάντα εκεί, πάνω στο δρόμο, για να του το υπενθυμίζουν και να τον παρηγορούν.

Όταν τελικά καταφέρει να αποφασίσει – αν μπορέσει ποτέ – ποιον δίσκο θα αγοράσει, ποιο κομμάτι απ’ όλα αυτά τα θαύματα θα γίνει κτήμα του, θα νοιώσει ότι ίσως υπάρχει Παράδεισος για εκείνον. Αλλά πριν καλά-καλά προλάβει να χώσει βιαστικά το βινύλιο στην τσάντα του, ακριβώς πίσω από το σκισμένο βιβλίο της άλγεβρας, και να κλείσει την ψεύτικη πόρτα του δισκοπωλείου, πριν προλάβει να ανηφορήσει την Ναυαρίνου, να πάει (ίσως μετά από λίγο street food) στη στάση του λεωφορείου και να βιγλίσει τους νταήδες της Χαριλάου να κατεβαίνουν από το αστικό… πριν καταφέρει να συνειδητοποιήσει όλα αυτά, έχει συμβεί κάτι τρομερό: καταλαβαίνει πως έχει μόλις εξασφαλίσει μία θέση στην Κόλαση. Την στιγμή που κράτησε για πρώτη φορά εκείνο το δίσκο βινυλίου, αμέσως πούλησε την ψυχή του στην rock’n’roll.

Δεν βαριέσαι όμως… αξίζει τον κόπο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here