ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

   Της Δήμητρας Ζαχαροπούλου.  

Η προαγωγή της ειρήνης και της ευημερίας των λαών της Ευρώπης αποτέλεσε μεταπολεμικά την κινητήριο δύναμη για τη θεσμική ενσάρκωση της ευρωπαϊκής ιδέας που συντελέστηκε στις 25 Μαρτίου του 1957 στη Ρώμη.

    Η έναρξη της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ενοποίησης υπήρξε ένα θαρραλέο εγχείρημα από το οποίο γεννήθηκε αυτό που σήμερα αποκαλούμε Ευρωπαϊκή Ένωση. Για περισσότερο από μισό αιώνα  η θεσμική αυτή οντότητα επιδιώκει μέσα από τον ανθρωποκεντρικό της χαρακτήρα και το δημοκρατικό ιδεώδες που τη διέπει, τόσο την εμβάθυνση της ολοκλήρωσης όσο και την πολιτική της διεύρυνση με στόχο την εξασφάλιση της σταθερότητας στη συνεχώς μεταβαλλόμενη παγκόσμια σκηνή.

     Από τη δεκαετία του 60′ μέχρι και την περίοδο που διανύουμε, η πορεία της ενοποίησης συνδέθηκε με τις ιστορικές συνθήκες. Η μετάβαση από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες των 6 στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 28, αφενός εκπλήρωσε το όραμα των ιδρυτών της αφετέρου τροφοδότησε προβληματισμό και σκεπτικισμό για τις προοπτικές της μελλοντικής εξέλιξης του πολιτικού συστήματος του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

    Από την ίδρυση της το 1957 έως τις μέρες μας, η Ε.Ε υπήρξε κατά κύριο λόγο ο συντελεστής της ειρήνης και μία κοινότητα αξιών που θέλησε να τις μοιραστεί με τους λαούς της Ευρώπης. Στο πέρασμα του χρόνου η Ε.Ε εργάστηκε συστηματικά προκειμένου να προσφέρει στους Ευρωπαίους σταθερότητα, ευημερία, δημοκρατία, ανθρωπινά δικαιώματα και θεμελιώδεις ελευθερίες. Η εξέλιξη και η πορεία αυτού του θεσμικού οικοδομήματος υπήρξε μια ιδιαίτερα επίπονη, περίπλοκη και σύνθετη διαδικασία που επηρεάστηκε από τις συγκυρίες της εποχής. Η Ε.Ε άλλοτε αντιμετώπισε με σθένος και αποφασιστικότητα τις διεθνείς προκλήσεις και άλλοτε περιχαρακώθηκε στα  θεσμικά προβλήματα και διλήμματα που ανέκυψαν.

     Η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Εκκένωσης, με την  αύξηση του αριθμού́ των κρατών μελών της σε 28 βασίστηκε κατά κύριο λόγο σε ένα ιδιαίτερα περίπλοκο σύστημα λήψης αποφάσεων που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς το πρόβλημα της ετερότητας άρχισε να αποκτά μεγάλες διαστάσεις. Ευρωπαίοι πολίτες διαμαρτυρήθηκαν για το δημοκρατικό έλλειμμα αναφορικά με αποφάσεις που λαμβάνονταν ερήμην τους σε τομείς μείζονος σημασίας. Οι αντιδράσεις ως προς το μέγεθος της διεύρυνσης εκφράστηκε σε μορφή δημοψηφίσματος, καθώς το ζήτημα των συνόρων και η επαναφορά της έννοιας έθνους – κράτους στην εποχή της παγκοσμιοποίησης δημιούργησε σοβαρές ρωγμές στη διατήρηση της συνοχής της Ένωσης.

    Η ικανοποίηση των προσδοκιών των Ευρωπαίων για επαναπροσδιορισμό και ενίσχυση των δράσεων που πραγματοποιούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, διατυπώθηκε από τους αρχηγούς κρατών της ΕΕ στη Συνθήκη της Λισσαβόνα που υπεγράφη στις 13 Δεκεμβρίου το 2007[1]. Παρά τα θετικά βήματα και τη πρόοδο που σημειώθηκε, η ΕΕ ειδικά στην περίοδο που διανύουμε, πορεύεται υπό την ασφυξία που δημιουργούν τα κατακερματισμένα από την κρίση των τελευταίων ετών, εθνικά συμφέροντα. Οι διαφωνίες μεταξύ των εταίρων,  η συμπίεση της οικονομικής δραστηριότητας που έχει δημιουργήσει μία Ευρώπη δύο ταχυτήτων, η καχυποψία και η εσωστρέφεια, η απροθυμία των κυβερνήσεων να εκχωρήσουν περαιτέρω κυριαρχικά δικαιώματα, συνομολογούν ότι η Ε.Ε. έχει εισέλθει σε μία παρατεταμένη ύφεση που αφορά όχι μόνο την οικονομία και την ανάπτυξη, αλλά κυρίως  την έλλειψη συνεργασίας και αμοιβαιότητας. Με τις υπάρχουσες συνθήκες που διέπουν το νομοθετικό́ πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η προσπάθεια μιας περαιτέρω διεύρυνσης κρίνεται μάλλον αμφίβολη.

   Όμως η ιστορία και η πορεία αυτού του θεσμού έχει αποδείξει ότι παρά τις προκλήσεις και τα αδιέξοδα, η επίκληση στις αξίες και στο δημοκρατικό ιδεώδες, αποτελεί τη λύση οποιουδήποτε προβλήματος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here