Απριλιανή δικτατορία

Αρχική Αφιερώματα Απριλιανή δικτατορία

Πώς φτάσαμε από τον Εμφύλιο στη Χούντα

Η προϊστορία: τα «πέτρινα» (μετ)εμφυλιακά χρόνια

Έχοντας στο μυαλό μας τον «ψυχρό πόλεμο» που υπήρχε μεταξύ των Η.Π.Α και της Ε.Σ.Σ.Δ μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, καταλαβαίνουμε ότι όλα τα κράτη αυτού του πλανήτη θα επηρεάζονταν άμεσα από κάθε απόφαση-κίνηση αυτών των δύο υπερδυνάμεων. Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος (1946-1949) υπήρξε στην ουσία μία από τις πρώτες, αν όχι η πρώτη πράξη αυτού του ιδιότυπου, ακήρυχτου «πολέμου», που θα αιωρούνταν πάνω από την παγκόσμια πολιτική σκηνή για πολλές δεκαετίες (1945-1985).

Το ξεκίνημα του εμφύλιου πόλεμου στην Ελλάδα μεταξύ της κομμουνιστικής αριστεράς (που τώρα είχε συγκροτήσει τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας) και του αστικού κόσμου (που τον υπεράσπιζε ο Εθνικός Στρατός) προκάλεσε μεγάλη ανησυχία στους Αμερικάνους, μιας και η Ελλάδα βρισκόταν σε πολύ σημαντική γεωπολιτικά θέση (σε κοντινή απόσταση από σοβιετικά κράτη όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία κ.ά.). Φοβόντουσαν πως σε περίπτωση νίκης του Δημοκρατικού Στρατού (ΔΣΕ) η Ελλάδα θα προσχωρούσε στο σοβιετικό στρατόπεδο και οι ίδιοι θα χάνανε κάθε στήριγμά τους στα κατά τ’ άλλα «κόκκινα» Βαλκάνια. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι οι μετέπειτα πολιτικές κυβερνήσεις της χώρας  μας θα είχαν άμεση σχέση με τον «νικητή».

Μετά λοιπόν την ήττα των κομμουνιστικών δυνάμεων με την απαραίτητη για τον εθνικό στρατό βοήθεια των Αμερικάνων, η Ελλάδα προσδένεται στο άρμα της Δύσης. Με μια σειρά από (ακρο)δεξιές και φιλοβασιλικές κυβερνήσεις εντάσσεται πλέον αμετάκλητα στο καπιταλιστικό σύστημά της. Όμως οι κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν έπειτα από δέκα χρόνια Κατοχής και Εμφυλίου είναι άθλιες. Η Ελλάδα έχει καταντήσει ένα κατεστραμμένο τοπίο. Φτώχεια και δυστυχία παντού. Επιπλέον, βασιλεύει και η πολιτική τρομοκρατία: οι φυλακίσεις, τα βασανιστήρια, οι εξορίες, οι εκτελέσεις αποτελούν μόνιμο καθεστώς για τους αριστερούς πολίτες και θα παραμείνουν σε ισχύ (αν και σε ηπιότερο βαθμό) μέχρι την επιβολή της δικτατορίας, οπότε και θα ξαναενταθούν.

Ουσιαστικά μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα και μέχρι τη δεκαετία του ’60 θα υπάρχει στην κοινωνία ένα ανικανοποίητο αίτημα δικαιοσύνης, καθώς ένα πολύ μεγάλο κομμάτι των συνεργατών των ναζί θα βρεθεί στην εξουσία, ενώ αντίθετα εκείνοι που τους είχαν πολεμήσει με το όπλο στο χέρι θα βαφτιστούν «προδότες» και θα τιμωρηθούν για την δράση τους με ανελέητους διωγμούς.

Το «δημοκρατικό διάλειμμα» του 1963-1965

Η λαϊκή αυτή δυσφορία θα εκφραστεί με τον πλέον ηχηρό τρόπο στις εκλογές του 1958, οπότε η Ε.Δ.Α. – η Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά, που έχει πάρει τη θέση του παράνομου από το 1947 ΚΚΕ- θα βγει δεύτερη δύναμη! Εννιά μόλις χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου η παράνομη Αριστερά καταφέρνει παρά τις συνεχείς διώξεις να βγει αξιωματική αντιπολίτευση! Το γεγονός θα προβληματίσει το παλάτι, την κυβέρνηση αλλά και τους Αμερικάνους, που δεν θα το αφήσουν βέβαια αναπάντητο.

Το πρώτο μέσο που θα χρησιμοποιήσουν για να ανακόψουν την περαιτέρω άνοδο της Αριστεράς θα είναι φυσικά η τρομοκρατία. Θα αξιοποιήσουν έναν ολόκληρο παρακρατικό μηχανισμό που έχει στηθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να λειτουργεί αυτόνομα από το κράτος, εκδικητικά απέναντι στο λαϊκό κίνημα, στοχοποιώντας ή και δολοφονώντας μέλη του (βλέπε π.χ. τη δολοφονία Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη το 1963).

Θα αξιοποιήσουν όμως και την περιβόητη «Ένωση Κέντρου» του Γεωργίου Παπανδρέου. Ένα κεντρώο κόμμα που ιδρύθηκε 40 μόλις μέρες πριν τις εκλογές του 1961, προκειμένου να μπει σα σφήνα ανάμεσα στην Αριστερά (ΕΔΑ) και τη Δεξιά (ΕΡΕ) αποσπώντας από την πρώτη όλες τις μετριοπαθείς (μη κομμουνιστικές) ψήφους της. Στις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1961 η Ε.Κ. βγήκε δεύτερη δύναμη με 33,66% αφήνοντας την αριστερά πίσω με ένα «φτωχό» 14,63%, ενώ στις επόμενες εκλογές του 1963 ανέβηκε στην κυβέρνηση. Στα μάτια του κόσμου η «Ένωση Κέντρου» ξεπρόβαλε σαν μια χειροπιαστή εναλλακτική απέναντι στο «κράτος της Δεξιάς», σαν μια «μέση λύση», μια «δημοκρατική ρωγμή», από όπου θα μπορούσε να περάσει λίγο φως έπειτα από τόσα χρόνια φόβου και σκοτεινιάς.

Η ώρα των συνταγματαρχών

Αν όμως αυτή η «ρωγμή» απομάκρυνε τον κίνδυνο της Αριστεράς, τρόμαξε ωστόσο το «βαθύ κράτος». Γιατί τα «δημοκρατικά ανοίγματα» του Παπανδρέου και η χαλάρωση των διώξεων προκαλούσαν μία κοινωνική δυναμική που μακροπρόθεσμα θα μπορούσε να απειλήσει την (πρωταγωνιστική ως τότε) θέση του βασιλιά και του στρατού.

Η απειλή αυτή έγινε πιο απτή το καλοκαίρι του 1965, όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου επιχείρησε να πάρει τον έλεγχο του στρατού από τα χέρια του βασιλιά και να τον αναλάβει ο ίδιος. Για το παλάτι και τους στρατηγούς μία τέτοια κίνηση συνιστούσε αιτία πολέμου. Έτσι λοιπόν ανατρέψανε την κυβέρνησή του εξαγοράζοντας κάποιους από τους βουλευτές του (η διαβόητη «αποστασία»), ενώ παράλληλα άρχισαν να σχεδιάζουν πραξικόπημα σε περίπτωση που τα πράγματα ξεφεύγανε από τον έλεγχό τους. Με τις ευλογίες των Αμερικανών βεβαίως.

Ο λαός από την πλευρά του δεν έμεινε αδρανής. Για ένα μήνα, τον Ιούλιο του 1965, διαδήλωνε στους δρόμους της Αθήνας, συχνά με πολύ βίαιο τρόπο (βάζοντας π.χ. ακόμα και φωτιές), ζητώντας την αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας (με το ιστορικό σύνθημα «1-1-4») και την επάνοδο του Πανανδρέου στην εξουσία. Ήταν το περιβόητο κίνημα των «Ιουλιανών», κατά τη διάρκεια του οποίου δολοφονήθηκε και ένας αριστερός φοιτητής, ο Σωτήρης Πέτρουλας. Ο λαϊκός αυτός ξεσηκωμός τρόμαξε τους στρατηγούς και το παλάτι, που άρχισαν να εντείνουν τους σχεδιασμούς τους. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, προσπαθώντας να αποφύγει τις εκλογές, διόριζε τη μία κυβέρνηση μετά την άλλη με ανθρώπους της εμπιστοσύνης του. Όμως όλες πέφτανε κάτω από τη λαϊκή κατακραυγή.

Ύστερα από δύο χρόνια πολιτικής αστάθειας, ορίστηκαν επιτέλους εκλογές για τις 28 Μαΐου. Το αποτέλεσμα ήταν σχεδόν σίγουρο, θα νικούσε και πάλι ο Παπανδρέου. Προκειμένου να αποφύγει το παλάτι τον κίνδυνο άρχισε να ετοιμάζεται για εκτροπή. Μόνο που τους πρόλαβε μία ομάδα συνταγματαρχών, που για χρόνια κινούνταν παράλληλα με τους στρατηγούς και χωρίς εκείνοι να το ξέρουν. Ήταν η ομάδα του Γεωργίου Παπαδόπουλου, του Στυλιανού Παττακού και του Νικόλαου Μακαρέζου.

Τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967 η ομάδα αυτή έβγαλε τα τανκς στους δρόμους, κατέλαβε όλα τα κέντρα εξουσίας (Πεντάγωνο, βουλή, κυβερνητικά κτήρια, ΕΡΤ), συνέλαβε όλους τους πολιτικούς και κάπου 6.000 «σεσημασμένους κομμουνιστές» και επέβαλε δικτατορία. Οι ίδιοι μιλούσαν για «επανάσταση» που ερχόταν να σώσει την Ελλάδα από την ανικανότητα των πολιτικών και τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Στην πράξη όμως ήταν ο επιθανάτιος ρόγχος ενός στρατιωτικού κατεστημένου, που έχοντας γαλουχηθεί με τα αντικομμουνιστικά ιδεώδη του Εμφυλίου, έβλεπε τώρα, σ’ αυτή τη διαδικασία σταδιακού εκδημοκρατισμού του πολιτεύματος που είχε ξεκινήσει επί Παπανδρέου, το δικό του τέλος. Το πραξικόπημά τους δεν ήταν παρά μια τελευταία, απεγνωσμένη τους προσπάθεια, να αποφύγουν το μοιραίο. Και πραγματικά το κατάφεραν για εφτά χρόνια, βάζοντας, όπως έλεγαν, μία ολόκληρη χώρα «στο γύψο».

Μπουμπουλίνας 18: το πιο μισητό κτήριο της Αθήνας

«Όταν μ’ ανεβάσαν’ στην ταράτσα, στην αρχή ζαλίστηκα από τον καθαρό αέρα. Και μέχρι να με βάλουνε στο πλυσταριό πρόλαβε το μάτι μου και είδε το Λυκαβηττό και δυο τρία από τα γύρω σπίτια. Ίσως αυτοί θα μ’ ακούσουν, σκέφτηκα, την ώρα που θα φωνάζω. Μετά βέβαια βάλανε μπρος το μηχάνημα της μοτοσικλέτας για να σκεπάζει τις φωνές μου. Είναι σίγουρο ότι μ’ ακούνε, ακόμα και αν έχουν κάνει μονώσεις στο πλυσταριό. Ακούνε. Και τι κάνουν; Κανείς δεν ήξερε και κανείς δεν έβλεπε τους φούρνους του Νταχάου να καπνίζουν. Δεν ξέρανε τίποτα…» περιγράφει η ηθοποιός Κίττυ Αρσένη στο βιβλίο της, «Μπουμπουλίνας 18», για το φριχτό βίωμά της στο διαβόητο κολαστήριο της ταράτσας της Μπουμπουλίνας.

Το κτίριο της οδού Μπουμπουλίνας βρίσκεται πίσω ακριβώς από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και το Πολυτεχνείο. Σήμερα στεγάζει το υπουργείο Πολιτισμού, έχει όμως μια ιστορία μεγάλη και πικρή, σαν τους αγώνες του λαού μας.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής και πριν από αυτήν ήταν το σπίτι του δωσίλογου Έλληνα «πρωθυπουργού», Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου. Μετά το τέλος του Εμφυλίου, τη δεκαετία του ’50 μετακόμισε εκεί η ΚΥΠ (Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών), η οποία και παρέμεινε ως την δεκαετία του ’80. Τότε, σαν από ειρωνεία της τύχης, το αγόρασε το ΚΚΕ για να στεγάσει τα γραφεία του. Ως το 1993, οπότε περιήλθε στην ιδιοκτησία του Υπουργείου Πολιτισμού, το οποίο ακόμα και σήμερα στεγάζεται εκεί.

Όμως στην ιστορία και τη συλλογική μνήμη έχει μείνει όχι τόσο για αυτές τις χρήσεις του

Η πιο κακόφημη ταράτσα της Ελλάδας. Εδώ βασάνιζαν οι αστυνομικοί τα θύματά τους πνίγοντας τις φωνές τους κάτω από ήχους μηχανών για να μην ακούν οι περίοικοι. Εδώ μαρτύρησε και ο Αντρέας Λεντάκης, ο γνωστός «Αντρέας» του τραγουδιού του Θεοδωράκη.

αλλά για εκείνη που απέκτησε κατά την Επταετία (1967-1974), όταν μετατράπηκε σε κέντρο βασανισμού και εξόντωσης αντιστασιακών (κατά βάση κομμουνιστών) από τα όργανα της Χούντας, τους γνωστούς ΕΣΑτζήδες. Όταν είχε γίνει το γνωστό «σφαγείο» που τραγουδούσε ο Μίκης Θεοδωράκης στο ομώνυμο τραγούδι του.

Από τα ματωμένα κελιά του πέρασαν διάφοροι αριστεροί και αντικαθεστωτικοί, που είχαν συλληφθεί δήθεν για «διευκρινίσεις». Κάποιοι μάλιστα ήταν γνωστοί: ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Ανδρέας Λεντάκης, ο Βασίλης Ραφαηλίδης ήταν μερικοί από αυτούς. Ουσιαστικές κατηγορίες δεν υπήρχαν σχεδόν ποτέ, ο κύριος λόγος ήταν η πρόληψη. Πηγές της εποχής μιλάνε για χιλιάδες κρατούμενους δίχως κατηγορία.

Οι υποτιθέμενοι «ύποπτοι» υφίσταντο τρομερά βασανιστήρια από ειδικά εκπαιδευμένους βασανιστές, ακόμα και από τον γνωστό αρχιβασανιστή Ε. Μάλλιο και τους ομοίους του: τον Λάμπρο, τον Μπάμπαλη, τον Καραπαναγιώτη, τον Κραβαρίτη. Αρκετοί από αυτούς είχαν εκπαιδευτεί στις Η.Π.Α., ενώ άλλοι από την στρατιωτική αστυνομία, την Ε.Σ.Α. Οι περισσότεροι ήταν νέοι, συνήθως επαρχιώτες, και δέχονταν το ρόλο μόνο και μόνο για τα προνόμια: γόητρο, χρήση αυτοκινήτου, βαθμό υπαξιωματικού, έξτρα μισθό, μια θέση στην πρωτεύουσα, ακόμα και… άδειες! Στην αρχή δε γνώριζαν τα καθήκοντα αυτού του στρατιωτικού σώματος. Ένα μέρος της εκπαίδευσης ήταν ο εξευτελισμός και η κακοποίηση τους. Ύστερα όμως από αυτήν την διαφθορά ήταν έτοιμοι να βασανίζουν αδίστακτα.

Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν οι βασανιστές της Ασφάλειας ήταν: σωματική κακοποίηση, ξύλο, φάλαγγα, αυστηρή απομόνωση σε άθλιες συνθήκες, εκφοβισμός, ταπείνωση, εικονικές εκτελέσεις (πέταγμα από την ταράτσα), ηλεκτροσόκ με τη συμμετοχή ιατρικού προσωπικού που υπηρετούσε τη χούντα (π.χ. του Καραγκουνάκης, γενικού διευθυντή τότε του 401 ΓΣΝ). Η βαρβαρότητα των μεθόδων έκανε πολλές φορές τους βασανιζόμενους να βλέπουν τον θάνατο ως σωτηρία, λένε οι επιζώντες. Μάλιστα 22 άτομα πέθαναν κατά την κράτησή τους εκεί μέσα, ενώ άλλοι τόσοι λίγο καιρό μετά την αποφυλάκισή τους λόγω των τραυμάτων που είχαν υποστεί.

«Ανάλογα με την περίπτωση χτυπάνε ή μ’ ένα λοστάρι ξύλινο ή μ’ ένα σωλήνα και αφήνουν τα παπούτσια για να μην δημιουργήσουν τραύματα, τα οποία μπορεί να εντοπίσει κάποιος ιατροδικαστής», λέει ο συγγραφέας και επιζών Περικλής Κοροβέσης για την φάλαγγα. Όταν τα θύματα λιποθυμούσαν από τον πόνο, οι ανακριτές έσπευδαν να τους συνεφέρουν ώστε να μην χαλαρώνουν ούτε στιγμή. «Μετά από πόσα χτυπήματα λιποθυμάς;», τους έλεγαν. «Είναι ανάλογα με την κράση, ανάλογα με το ψυχικό σθένος. Άλλοι λιποθυμάνε με τα δύο χτυπήματα, άλλοι χρειάζονταν παραπάνω» ομολογούσε ένας βασανιστής σε κάποια τηλεοπτική εκπομπή…

Μηνύσεις κατατέθηκαν εναντίον 150 αστυνομικών-βασανιστών. Δυστυχώς η πλειοψηφία κατάφερε να αποφύγει τις κυρώσεις καταφεύγοντας στην δικαιολογία του ότι «εκτελούσαν υποδειγματικά τα καθήκοντά τους». Ο Μάλλιος όμως δολοφονήθηκε από την 17Ν, τη γνωστή τρομοκρατική οργάνωση, λίγους μήνες μετά την εξοργιστική αθώωση του. Βέβαια δεν πρόκειται να ξεπλύνει ποτέ το αίμα με το οποίο βάφτηκαν οι τοίχοι του.

Διαβάστε:

                    

Τον πλάνεψε η ντόλτσε βίτα…

Δεν είχε όμως η Επταετία μονάχα βία και αίμα. Είχε και…έρωτα! Και τι έρωτα: προεδρικό! Μιλάμε βέβαια για το γνωστό ειδύλλιο του Γεωργίου Παπαδόπουλου με την Δέσποινα Σερέτη. Ένα ειδύλλιο που με τις…παρεκτροπές του είχε τραβήξει πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας προκαλώντας στους συνεργάτες του δικτάτορα… αλλεργικούς σπασμούς.

Είχαν γνωριστεί στα 1957-1958. Εκείνη, σύζυγος αστυνομικού τότε, δούλευε στην Υπηρεσία Α2 του ΓΕΣ (δηλαδή στην υπηρεσία πληροφοριών του στρατού). Εκείνος, παντρεμένος από το 1942 και πατέρας τριών παιδιών, υπηρετούσε στο Κιλκίς, αποσπασμένος στην VI μεραρχία πεζικού. Η έρευνά μας δεν κατόρθωσε να βρει πού πρωτοϊδώθηκαν, όμως φαίνεται πως από την πρώτη στιγμή η… αμοιβαία ευαισθησία τους και τα κοινά τους ενδιαφέροντα – στρατός, ρουφιανιά, αντικομμουνιστικός αγώνας, μπάλα(η Δέσποινα ήταν μανιώδης οπαδός του Παναθηναϊκού) – τους έφεραν πολύ κοντά. Τόσο κοντά, ώστε να συνάψουν παράνομο δεσμό για δέκα χρόνια και στο τέλος, στα 1968, να παντρευτούν.

Βέβαια, ο γάμος δεν ήρθε από δική τους πρόθεση αλλά εκβιαστικά. Γιατί είχε προηγηθεί ένα ρεπορτάζ μιας εφημερίδας που αποκάλυπτε την αλήθεια γύρω από την εξωσυζυγική σχέση τους. Μία σχέση που ο ίδιος ο Παπαδόπουλος πρόβαλλε ως έγγαμη!

Ασκήθηκαν τότε πιέσεις πάνω στον Παπαδόπουλο για να παντρευτεί την εκλεκτή της καρδιάς του. Κι εκείνος το έκανε. Φήμες ήθελαν από τότε να έχει συντάξει έναν ειδικό νόμο για να μπορέσει να χωρίσει τη νόμιμη σύζυγό του πιο γρήγορα. Έναν νόμο που υποτίθεται πως κατήργησε αμέσως μόλις πέτυχε το σκοπό του. Όμως οι φήμες αυτές μεταδικτατορικά διαψεύστηκαν.

Ο γάμος τελέστηκε στη μητρόπολη Αθηνών και με παπά τον (διορισμένο από τη Χούντα) αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο Α. Για το τζετ σετ των Αθηνών δεν ξέρουμε αν ήταν καλεσμένο, όμως δεν πειράζει, πήγαινε αργότερα και έβλεπε τους ευτυχείς νεόνυμφους στη βίλα όπου διέμεναν, στο Λαγονήσι. Μία βίλα που είχε παραχωρήσει ο Ωνάσης στον Παπαδόπουλο ως ελάχιστη ανταμοιβή («δωράκι») για τις διάφορες εξυπηρετήσεις που του έκανε….

Το ευρύτερο περιβάλλον των στρατιωτικών, όπως είπαμε, ενοχλούνταν από τον προκλητικά πολυτελή βίο του ζευγαριού και τις ύποπτες συναλλαγές του με τους κάθε λογής μεγιστάνες (Ωνάση, Λάτση κ.ά.). Τα πολυτελή ταξίδια της Δέσποινας στο Παρίσι (όπου πάλι κυκλοφορούσε με λιμουζίνα του Ωνάση! Τόση αγάπη πια ο Ωνάσης;), οι εμφανίσεις της στα μπουζούκια και τα γήπεδα, η επιρροή που έλεγαν πως ασκούσε πάνω στον αρχιδικτάτορα, τους εξόργιζαν. Θεωρούσαν πως οι συμπεριφορές αυτές πρόδιδαν τα ιδανικά της «επαναστάσεως» και πως την εξέθεταν στα μάτια των εχθρών της. Ιδιαίτερα ο κύκλος του «σπαρτιάτη» Ιωαννίδη – ο οποίος, 50 χρονών τότε, εξακολουθούσε να ζει ανύπαντρος, μαζί με τη μητέρα του – δυσφορούσε ιδιαίτερα. Πίστευε πως η ηγεσία του καθεστώτος είχε παραδοθεί (μεταξύ άλλων) στις κοσμικές απολαύσεις και πρέσβευε μία επάνοδο στα σκληρά στρατιωτικά ήθη. Η συνέχεια είναι γνωστή: στις 25 Νοεμβρίου 1973, λίγες μόλις μέρες μετά το Πολυτεχνείο, ο Παπαδόπουλος ανατράπηκε. Ο ταξίαρχος Ιωαννίδης, διοικητής της ΕΣΑ και έως τότε κολλητός του φίλος, τον ανέτρεψε. Ο λόγος προφανώς δεν ήταν ούτε η τρυφηλότητα της ζωής του έως τότε ηγέτη του ούτε η ερωτική του διπροσωπία (το γεγονός δηλαδή ότι διατηρούσε παράνομο δεσμό που προέβαλλε ως νόμιμο), αλλά η πολιτική του μαλθακότητα: εκείνη την εποχή ο Παπαδόπουλος επιχειρούσε έναν ελεγχόμενο «εκδημοκρατισμό» του καθεστώτος, που έβρισκε το «βαθύ κράτος» που εξέφραζε ο Ιωαννίδης αντίθετο. Όμως η προσωπική του ζωή, αν και δεν του στοίχισε το… θρόνο, συνέβαλε σίγουρα στην συναισθηματική και ηθική του αποξένωση από τους στρατιωτικούς κύκλους. Οι πραξικοπηματίες, που μέχρι πρότινος τον θεωρούσαν φυσικό ηγέτη τους, τον αντιμετώπιζαν τώρα ως «εξωμότη». Και με την πρώτη ευκαιρία τον έβγαλαν από τη μέση. Όπως θα έλεγε – κάπως παραλλαγμένο – και το λαϊκό άσμα: «τον πλάνεψε η ντόλτσε βίτα/ αυτό που λέν’ «ζωή γλυκιά»/και κάθε μέρα κατεβαίνει/ της εξουσίας τα σκαλιά».

Τα ξεχασμένα σκάνδαλα της χούντας

Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί ένας μύθος: πως οι χουντικοί τάχα ήταν αδιάφθοροι, πως δεν έκλεβαν, δεν εξαπατούσαν τον λαό, δεν βόλευαν τους δικούς τους. Ακούς γύρω σου διάφορους κρυφούς και φανερούς νοσταλγούς των ημερών εκείνων να λένε: «επί χούντας μπορεί μεν να είχαμε εξορίες, φυλακίσεις και βασανιστήρια, μπορεί να μην είχαμε δημοκρατία, αλλά τουλάχιστον δεν είχαμε τη σημερινή ρεμούλα. Όλα κι όλα, το σωστό να λέγεται!».

Πρόκειται για έναν μύθο που έχει καλλιεργηθεί στο έδαφος της απόλυτης σχεδόν ιστορικής άγνοιας και της πολιτικής απογοήτευσης που χαρακτηρίζουν τις μέρες μας. Άνθρωποι όλων των ηλικιών, κυρίως  όμως οι νεότεροι, που δεν έχουν ψάξει και δεν ξέρουν τίποτα για το παρελθόν και που έχουν απογοητευτεί από την επονομαζόμενη «γενιά του Πολυτεχνείου» και τους πολιτικούς, στρέφονται προς τον χουντικό παρελθόν με βλέμμα νοσταλγικό, εξιδανικευτικό, πλάθοντας για αυτό μία εικόνα που τους σερβίρουν τα διάφορα φασιστοσάιτς και οι κουβέντες του συρμού.

Βοηθάει άλλωστε και η έλλειψη στοιχείων. Την εποχή εκείνη η πληροφόρηση ήταν ελεγχόμενη και ελάχιστα πράγματα άφηνε να φτάσουν ως τον λαό. Η απουσία αυτή στοιχείων εκλαμβάνεται σήμερα ως ανυπαρξία «εγκλήματος».

Ήταν όμως έτσι τα πράγματα, έντιμα, καθαρά, «αγγελικά πλασμένα»;

Από πού θες ν’ αρχίσω…

Αν ξύσουμε λίγο κάτω από την υποκριτική ηθικολογία του καθεστώτος, θα βρούμε πως ο μπαξές είχε απ’ όλα: και σκάνδαλα και ρουσφέτια και οικογενειοκρατία. Ας αρχίσουμε από την τελευταία: όπως διαβάζουμε στον «Ιό της Κυριακής» (http://www.iospress.gr/),

  • Ο Μακαρέζος είχε διορίσει υπουργό Γεωργίας (κι αργότερα Βορείου Ελλάδος) τον κουνιάδο του, Αλέξανδρο Ματθαίου.
  • Ο Λαδάς είχε κάνει τον έναν ξάδερφό του διοικητή της ΑΣΔΕΝ (Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης Εσωτερικού και Νήσων) και τον άλλο Γενικό Γραμματέα Κοινωνικών Υπηρεσιών.
  • Ο γαμπρός του Παττακού, Αντρέας Μεϊντάσης, είχε επιδοθεί σε «μπίζνες» με το δήμο Αθηναίων: η εταιρεία του είχε αναλάβει την κατασκευή του υπόγειου γκαράζ της πλατείας Κλαυθμώνος αλλά και μια τεχνική μελέτη αξιοποίησης δημοτικού ακινήτου ύψους 1.109.000 δρχ.
  • Τα αδέρφια του αρχηγού βολεύτηκαν κι αυτά. Ο Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος τοποθετήθηκε διαδοχικά στις θέσεις του στρατιωτικού ακολούθου, του Γενικού Γραμματέα του Υπ. Προεδρίας, του Περιφερειακού Διοικητή Αττικής και του «υπουργού παρά τω πρωθυπουργώ». Ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλος αναρριχήθηκε αστραπιαία στην υπαλληλική ιεραρχία για να αναλάβει Γενικός Γραμματέας Δημ. Τάξεως. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα βαθμοφόρου υφισταμένου του, «μένει γνωστός σαν ‘μπον φιλέ’ γιατί, τυλιγμένος σε χειμωνιάτικο παλτό, τρέχει νύκτα μαζί με αξιωματικούς αστυνομίας πόλεων στα καμπαρέ σαν γκάγκστερς και τρώγουν φιλέτο» (Αλέξανδρος Δρεμπέλας, «Ο θρήνος του χωροφύλακα», Αθήνα 1998, σ.118).
  • Ακόμα και η ερωμένη (και από το 1969 νόμιμη σύζυγος) του Παπαδόπουλου, η περιβόητη Δέσποινα, προσλήφθηκε στην ΚΥΠ και από κει στο Υπουργείο Εσωτερικών.

Και ο κατάλογος των συγγενών που «βολεύτηκαν» εξακολουθεί πιθανά μακρύς.

Τα ρουσφέτια

Δεν ήταν όμως μόνο οι συγγενείς. Ήταν και οι κάθε λογής «ημέτεροι» που έπρεπε να «τακτοποιηθούν». Διαβάζουμε στην ίδια ιστοσελίδα:

  • Επτά μήνες μετά το πραξικόπημα, ο εκδότης του «Ελεύθερου Κόσμου» (και κεντρικός προπαγανδιστής της χούντας) Σάββας Κωσταντόπουλος εξομολογείται γραπτά στον παλιό του πάτρωνα Κωνσταντίνο Καραμανλή: «Λυπούμαι, διότι είμαι υποχρεωμένος να μνημονεύσω και ένα άλλο εκτάκτως λυπηρόν φαινόμενον. Ενεφανίσθη και αναπτύσσεται μία νέο-φαυλοκρατία (ατομικά ρουσφέτια, προσωπικαί εξυπηρετήσεις, τακτοποιήσεις συγγενών, ατομική προβολή κοκ)» («Αρχείο Καραμανλή», τ.7ος, σ.50).
  • […]Ειδική κατηγορία σκανδάλων συνιστούν οι ανεξέλεγκτες δανειοδοτήσεις «ημετέρων». Τον πρώτο καιρό μετά τη μεταπολίτευση το θέμα απασχόλησε επανειλημμένα τα ΜΜΕ, για προφανείς όμως λόγους οι σχετικές κατηγορίες ουδέποτε ερευνήθηκαν σε βάθος. Αποκαλυπτικά είναι δυο έγγραφα του τότε αρχηγού της ΚΥΠ Μιχαήλ Ρουφογάλη που αποκάλυψε ο «Ταχυδρόμος» (29.8 και 12.9.74),[…] τα οποία μιλούν για «χαριστικά» δάνεια που δόθηκαν κατόπιν «άνωθεν παρέμβασης» σε «ημετέρους». Το συνολικό ύψος των «χορηγηθέντων» δανείων ήταν 1.519.000.000 δρχ. και των «υπό έγκρισιν» 1.644.000.000 δρχ.

Τα σκάνδαλα

Και φυσικά ήταν και τα σκάνδαλα. Γιατί τους μεν καταχραστές πολλοί εμίσησαν, το δημόσιο όμως χρήμα ουδείς. Και ήταν πολλοί εκείνοι που πλούτισαν εκείνο τον καιρό με το δημόσιο χρήμα….

Κατ’ αρχάς οι ίδιοι οι στρατοκράτες. Όπως διαβάζουμε στον «Ιό της Κυριακής», το πρώτο πράγμα που έκαναν μόλις ανέβηκαν στην εξουσία ήταν να αυγατίσουν τα εισοδήματά τους. Με τον Α.Ν. 5 του 1967, ο μισθός του πρωθυπουργού υπερδιπλασιάστηκε (από 23.600 σε 45.000 δρχ), των υπουργών και υφυπουργών αυξήθηκε από 22.400 σε 35.000 δρχ, ενώ θεσπίστηκαν -για πρώτη φορά- ημερήσια «εκτός έδρας» 1.000 και 850 δρχ αντίστοιχα («Πολιτικά Θέματα» 5.10.73). Ακολούθησαν κι άλλες «τακτοποιήσεις», όπως η καταχρηστική στεγαστική αποκατάσταση «αξιωματικών διαδραματισάντων εξέχοντα ρόλον» στο πραξικόπημα με ειδική ρύθμιση του 1970 («Πολιτικά Θέματα» 8.2.75).

Έπειτα ήταν οι διάφοροι, εγχώριοι και μη, μεγαλοεπιχειρηματίες και εφοπλιστές της εποχής. Από τον Τομ Πάππας της πετρελαϊκής Esso (που είχε διυλιστήριο εδώ στη Θεσσαλονίκη) και την Coca Cola (που τότε έχτισε τα δικά της) μέχρι τον εργολάβο Ρόμπερτ Μακντόναλντ, που υποτίθεται πως θ’ αναλάμβανε την κατασκευή της Εγνατίας, κι από την AEG και τη Siemens που πουλούσαν στη ΔΕΗ μηχανήματα εκτός διαγωνισμού, μέχρι τον Βαρδινογιάννη και τον Λάτση, που πήραν άδειες για να χτίσουν τα διυλιστήριά τους, όλοι είχαν τον… τρόπο τους για να προσεγγίζουν από τον καθεστώς και να ζητάνε «εξυπηρετήσεις». Και συνήθως είχε το χρώμα του χρήματος.

Ο ίδιος άλλωστε ο υφυπουργός εμπορίου του Παπαδόπουλου, Μιχαήλ Μπαλόπουλος, είχε εμπλακεί σε ένα σκάνδαλο εισαγωγής και διάθεσης αλλοιωμένων κρεάτων από την Αργεντινή, το οποίο διαλευκάνθηκε μόλις έγινε η ανατροπή του προστάτη του, στις 25 Νοεμβρίου του 1973. Κι όσο για το «Τάμα του Έθνους», τον ναό του Σωτήρος (βλ. φωτο) που σκόπευε να χτίσει το καθεστώς σε έναν πετρώδη λόφο της Αθήνας, τα Τουρκοβούνια, δαπανήθηκαν τα 406 από τα 453 εκατομμύρια δραχμές που είχαν πιστωθεί χωρίς καν να έχει χαραχθεί το σχέδιο! Ο γάμος της Κανά από την ανάποδη. Πραγματικό θαύμα!

Η κρυφή γοητεία του χρήματος

Για το τέλος αφήσαμε τη προκλητική σπατάλη και τον πομπώδη τρόπο ζωής που χαρακτήριζε κάποιους από τους δικτάτορες. Έναν τρόπο ζωής που, αν μη τι άλλο, ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το στρατιωτικό πνεύμα και τη σύγκρουση με τη «φαυλοκρατία» που (υποτίθεται πως) ήθελε να εκφράσει το ίδιο το καθεστώς.

Η αρχή έγινε με τον ίδιο τον Παπαδόπουλο και τη δεύτερη σύζυγό του Δέσποινα, οι οποίοι ζούσανε στο Λαγονήσι, σε βίλα που τους είχε παραχωρήσει ο Ωνάσης (γιατί άραγε;). Όταν έπεσε το καθεστώς, ο μεν Παπαδόπουλος βρέθηκε κάτοχος τριών 5αριών(!) διαμερισμάτων στο πανάκριβο τότε κέντρο της Αθήνας και σε ευκατάστατα προάστια, η δε γυναίκα του, απλή υπάλληλος της ΚΥΠ με μισθό κάτω των 2000 δρχ., να έχει στην κατοχή της 6άρι(!) διαμέρισμα, επίσης στο κέντρο. Πού είχαν βρει τα λεφτά;

Η Ντέλλα Ρουφογάλη, πρώην φωτομοντέλο και έπειτα σύζυγος του (διορισμένου από τον Παπαδόπουλο) αρχηγού της ΚΥΠ, Μιχάλη Ρουφογάλη, ίσως μας δώσει μια ιδέα. Όπως σημείωνε κάποτε στην αυτοβιογραφία της (Ντέλλα Ρουφογάλη-Ρούνικ, «Να γιατί…», εκδ. Φερενίκη, 2002) στην ιδιαίτερη πατρίδα της, τη Βέροια, «έρχονταν πολλοί να τη δουν. Γνωστοί και άγνωστοι. Ο πατέρας της τής έδινε πακέτο τα σημειωματάκια με τα ρουσφέτια που ζητούσαν οι γνωστοί του όλο αυτό τον καιρό και εκείνη του υποσχόταν ότι κάτι θα προσπαθούσε να κάνει». Μεταξύ των αιτημάτων που ικανοποίησε, γράφει, ήταν και η απονομή χάριτος (απ’ τον Παπαδόπουλο) σ’ ένα συντοπίτη της εξαγωγέα, πρώην «μεγάλο ποδοσφαιριστή της τοπικής ομάδας», που είχε καταδικαστεί «με αποδείξεις» για κατασκοπεία υπέρ της Βουλγαρίας (σ.89).

Ήταν όλα αυτά «πατριωτικά»; Ήταν «έντιμα»; Ας το σκεφτούν καλά όσοι σήμερα αναπολούν τις μέρες της δικτατορίας και λένε «καλά ήταν τότε».

Διαβάστε:

Η τέχνη και το Πολυτεχνείο

Μέσα στο Πολυτεχνείο είχαν ήδη βρεθεί από την πρώτη κιόλας μέρα αρκετοί καλλιτέχνες, όπως ο  συνθέτης Θάνος Μικρούτσικος, η τραγουδίστρια Μαρία Δημητριάδη, η συγγραφέας Ιωάννα Καρυστιάνη, ο κινηματογραφιστής Λάμπρος Παπαδημητράκης (που ήταν και ένας από τους τρεις βασικούς εκφωνητές του ραδιοφωνικού σταθμού των φοιτητών) και ίσως και άλλοι που εμείς δεν γνωρίζουμε. Στιγμιαίο πέρασμα έκανε και ο τραγουδιστής Νίκος Ξυλούρης, ο οποίος πήγε έπειτα από πρόσκληση των φοιτητών για να τους συμπαρασταθεί και να τους τραγουδήσει.

Όπως πολύ σημαντικότερη στήριξη στους φοιτητές προσέφεραν ο Κώστας Καζάκος και η Τζένη Καρέζη με την θεατρική τους παράσταση «Το Μεγάλο μας Τσίρκο», που ανέβαινε την περίοδο εκείνη στο θέατρο «Αθήναιον», απέναντι από τον χώρο του ΕΜΠ. Κι αυτό γιατί τους «δάνεισαν» το βασικό τους σύνθημα, το πασίγνωστο «Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία», που μέχρι τότε ακουγόταν μονάχα επί σκηνής, ως κομμάτι του έργου.

Τα κείμενα για την παράσταση είχε γράψει ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, ενώ στη σκηνή ανέβαιναν και ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος (ως Κολοκοτρώνης) με τον Νίκο Ξυλούρη. Τη μουσική είχε γράψει ο Σταύρος Ξαρχάκος. Φαινομενικά το έργο μιλούσε για την ιστορία της νεότερης Ελλάδας από το 1830 και μετά, στην πράξη όμως περνούσε κρυμμένα μηνύματα κατά της δικτατορίας. Ήταν δηλαδή ένα έργο αντιστασιακό. Και ήταν γι’ αυτό ακριβώς που πήγαινε ο κόσμος να το δει, γι’ αυτό που έγινε και ανάρπαστο αφήνοντας εποχή.

Όμως αυτά τα κρυμμένα μηνύματα γρήγορα έγιναν αντιληπτά από την αστυνομία, η οποία έστελνε κάθε μέρα φανερούς και κρυφούς πράκτορές της να το παρακολουθούν. Λίγο καιρό μετά το πρώτο ανέβασμα του έργου, τον Οκτώβριο του 1973, η Τζένη Καρέζη συνελήφθη και κλείστηκε στην απομόνωση του ΕΑΤ-ΕΣΑ για ένα μήνα. Μόλις όμως αποφυλακίστηκε γύρισε πίσω στο θέατρο για να συνεχίσουν τις παραστάσεις. Όπως είχε δηλώσει στους δικούς της, ήταν έτοιμη ακόμα και να ξαναμπεί φυλακή για την ελευθερία.

Η Σοφία Βέμπο, η ιστορική ερμηνεύτρια του «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά» που συνόδευε τους Έλληνες στρατιώτες στο αλβανικό μέτωπο το ’40-’41, γενικά παρέμεινε ανενεργή κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Ωστόσο την βραδιά του Πολυτεχνείου βοήθησε κάποιους φοιτητές προσφέροντας τους κρυψώνα στο σπίτι της που βρισκόταν δίπλα στο ΕΜΠ.

Στιγμιότυπο από την μνημειώδη παράσταση «Το μεγάλο μας τσίρκο», που ενέπνευσε μεταξύ άλλων στους καταληψίες φοιτητές του Πολυτεχνείου το γνωστό σύνθημα «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία».

 

Δημοφιλή Άρθρα

Τα αγαπημένα

Εν οίδα, ότι ουδέν οίδα

Το 2017 έφτασε και δυστυχώς τα πράγματα δεν δείχνουν να αλλάζουν. Τα προβλήματα αντιθέτως ολοένα και αυξάνονται και όλοι αναρωτιούνται γιατί συμβαίνει αυτό και...

Άκου μαμά…