Έρωτας

Αρχική Αφιερώματα Έρωτας

Σκέψεις ενός θεολόγου για τον έρωτα και την σεξουαλικότητα

0

Ο έρωτας και η σεξουαλικότητα συνδέονται άμεσα με το μυστήριο της ζωής. Οποιοσδήποτε λόγος επομένως γι’ αυτά τα θέματα οφείλει να εκφέρεται με μεγάλη προσοχή.

Για τον Χριστιανισμό τα θέματα του έρωτα και της σεξουαλικότητας δεν ήταν ποτέ εύκολα· η ιστορική στάση αγνοεί συχνότατα ή στρεβλώνει κιόλας τη θεολογική αλήθεια. Δεν είναι τυχαίο ότι στη συνείδηση των πολλών (χριστιανών ή μη) το προπατορικό αμάρτημα, η βρώση του απαγορευμένου καρπού, συνδέεται φανερά ή υπόρρητα με την ενεργοποίηση της σεξουαλικότητας από τους πρωτόπλαστους. Το ανιχνευόμενο σκάνδαλο εντοπίζεται στην εξέγερση της αυτονομημένης φύσης με αξιώσεις ισοθεΐας.

Θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος διαθέτει στη ζωή του δύο πηγές νοήματος: την πίστη (τη γνήσια, βαθειά, αληθινή και απελευθερωτική) και τον έρωτα (τον γνήσιο, βαθύ, αληθινό και απελευθερωτικό). Δομικώς, ας μας επιτραπεί η παρατήρηση, πρόκειται για το ίδιο πράγμα: για τη συναρπαγή από «συ»· από το υπερβατικό «Συ» στην πίστη, από ανθρώπινο «συ» στον έρωτα. Ο ερωτευμένος υπάρχει εξαιτίας του άλλου και για τον άλλο. Το ίδιο και ο πιστός – ο πόλος αναφοράς διαφέρει. Και στις δύο περιπτώσεις πηγή νοήματος (αλλά και ζωής!) γίνεται η σχέση. Επειδή τόσο στην πίστη όσο και στον έρωτα πρόκειται για ηθελημένη αυτοπαράδοση και αυτοπροσφορά, επιβάλλεται ιδιαίτερη προσοχή όχι για τη διασφάλιση της υπόληψης ή του κοινωνικού κύρους αλλά για αποσόβηση προσωπικών δραμάτων. Ο κριτικός λόγος των εμπλεκόμενων οφείλει να είναι, όσο αυτό είναι δυνατό, διαρκώς ενεργός και η συνείδηση γρηγορούσα. Όσο εύκολο δεν είναι αυτό, τόσο επιβεβλημένο είναι. Μια πίστη ζωντανή σήμερα οφείλει να είναι μετακριτική και ένας έρωτας ζωντανός οφείλει να είναι υπόθεση του όλου ανθρώπου, του λόγου του συμπεριλαμβανομένου.

Κι η σεξουαλικότητα;

Για τον Χριστιανισμό η φύση δεν είναι αμαρτία. Από τη σκοπιά του ήθους η φύση είναι δυνατότητα. Ως τέτοια είναι καλή λίαν. Η ανθρωπολογία του Χριστιανισμού είναι κατεξοχήν δυναμική: Άνθρωπος οφείλεις να γίνεις· η δωρεά της φύσης δε συμπίπτει με τον ανθρωπολογικό στόχο. Το ουσιώδες είναι ο τρόπος αξιοποίησης της ελευθερίας σου. Η φύση (το «κατ’ εικόνα») είναι η αφετηρία, η εκκίνηση· η προσωπική ζωή (το «καθ’ ομοίωσιν») είναι το ζητούμενο, ο στόχος – καλύτερα: η φορά προς τον στόχο, η κίνηση προς αυτόν. Από το πώς θα αξιοποιήσεις, κάνοντας χρήση της ελευθερίας σου, το δεδομένο, εξαρτάται η ποιότητα της στόχευσης. Η φύση λειτουργεί νομοτελειακά στη βάση της αναγκαιότητας. Στον έρωτα θα υπηρετήσεις την αναγκαιότητα της φύσης ή θα την προσανατολίσεις ελεύθερα στρέφοντάς την σε συγκεκριμένο πρόσωπο;

Όλο το φάσμα της ανθρώπινης ζωής αξιολογείται από τη σκοπιά του ήθους. Κάθε πράξη μας ή μας προάγει ανθρωπίνως ή δεν το κάνει. Η αυθαίρετη επιλογή της σεξουαλικής σφαίρας ως του αποκλειστικού, ή του πρωτεύοντος έστω, κριτηρίου για την αποτίμηση του ήθους δεν δικαιολογείται, έστω κι αν εκεί διακυβεύονται με πολύ έντονο τρόπο τα ουσιωδέστερα του βίου: το πρόσωπο, η ελευθερία, τα θεμελιώδη δικαιώματα, η αξιοπρέπεια, του άλλου και τα δικά μας. Αν η σχέση εκπίπτει σε χρήση, τότε αστοχώ ως Άνθρωπος. Είναι όμως ακριβώς αυτή η παράμετρος που επιβάλλει ειδικά στη συγκεκριμένη σφαίρα της ζωής μιαν ιδιαίτερη ηθική εγρήγορση: μου αυτοπροσφέρεται ανθρώπινο πρόσωπο. Κινούμαι αντίστοιχα προς συνάντησή του, δηλ. επίσης ως ανθρώπινο πρόσωπο;

Το πεδίο του έρωτα είναι λοιπόν πολύ δύσβατο γιατί εμπλέκονται δύο πρόσωπα με απόλυτο (για ανθρώπινα μέτρα) τρόπο. Ο άνθρωπος είναι ον πεπερασμένο. Στον έρωτα ζει την αυθυπέρβασή του, την ένωση εαυτού και του άλλου εις ένα, «εις σάρκα μίαν». Όταν η Προς Εφεσίους Επιστολή, συνεχίζοντας, αποκαλεί τη σχέση «μυστήριον», εννοεί το βάθος της, αιώνες πριν την καθιέρωση της Ιερολογίας του Γάμου. Στο δε Μυστήριο του Γάμου η Εκκλησία ευλογεί χωρίς σεμνοτυφία την ερωτική αρμονία, προσευχόμενη για την «ομόνοιαν ψυχών και σωμάτων».

Όταν δύο ερωτευμένοι ζουν τη σχέση τους ως αμοιβαιότητα αυτοπροσφοράς, η σεξουαλικότητα γίνεται φυσιολογικά η πληρέστερη έκφρασή της. Αυτό μόνο στον άνθρωπο και από τον άνθρωπο πραγματοποιείται. Χωρίς να αποκόπτεται ούτε στιγμή η σεξουαλική συνάντηση από το μυστήριο της διαιώνισης της ζωής γίνεται εκάστοτε ο κορυφαίος τρόπος έκφρασης της ερωτικής αμοιβαιότητας. Αυτό ακριβώς εκφράζει ο έντονος και διαρκής πόθος της καταφυγής στο γεγονός της σωματικής συνάντησης: την εμπειρία της ύψιστης δυνατής ενότητας σώματος και ψυχής των δύο ερωτευμένων. Ως τέτοια η γενετήσια πράξη δεν είναι αμαρτία· αποτυπώνει την ευστοχία της ύπαρξης των δύο, την επίτευξη της ερωτικής κοινωνίας ως αυθυπέρβασης· γίνεται ο κορυφαίος τρόπος έκφρασης της ερωτικής αμοιβαιότητας.

Χριστιανισμός δεν είναι μόνον ό,τι έρχεται από το χτες· είναι κυρίως ό,τι έρχεται από το αύριο, από το μέλλον, από τα έσχατα. Τα έσχατα, βέβαια, δεν τα διαθέτουμε· τα προγευόμαστε όμως, μεταξύ άλλων με την κατάλληλη άσκηση. Ένας ασκημένος έρωτας στην πληρότητά του δεν μπορεί να είναι αμαρτία. Είναι άσκηση η διαρκής επιλογή του αγαπημένου προσώπου και η εμβάθυνση της σχέσης μαζί του, είναι άσκηση η άρνηση της υποταγής στην απρόσωπη νομοτέλεια της φύσης και της κατανόησης της σχέσης ως κατάκτησης, είναι άσκηση η ένταξη του φυσικού γεγονότος στη φορά και τη δυναμική της προσωπικής ελευθερίας. Έχουμε την αίσθηση, και το λέμε προσεκτικά, χωρίς να γενικεύουμε, ότι η ανάλωση της ζωής στην κατανάλωση σχέσεων δεν γεμίζει την ψυχή – μάλλον την αδειάζει. Ας μη θεωρηθεί ηθικολογικό το ερώτημα: τι μένει στο τέλος; Αλλ’ αυτό το απαντάει ο καθένας προσωπικά, όπως εν τέλει προσωπική είναι η στάση του καθενός απέναντι στα μεγάλα ζητήματα της ζωής.

Ο έρωτας είναι, ίσως, το μόνο γεγονός, η μόνη στιγμή που το «για πάντα!», «αιώνια!» –απίστευτη κουβέντα για σχετικά πλάσματα – έχει λόγο εκφοράς. Κάπου μέσα σου αισθάνεσαι ότι δεν συνιστά ύβρη, ίσως γιατί η μύχια διαβεβαίωση, που είναι επιθυμία και ευχή μαζί, συνεκφέρεται. Όταν βαρύς και γεμάτος από τη γνώση του άλλου (στη Βίβλο το ρήμα για το ζευγάρωμα, π.χ. των πρωτόπλαστων, είναι το «γιγνώσκω») χώνεσαι στην αγκαλιά του, νιώθεις να ηττώνται, έστω στιγμιαία, οι δυνάμεις της φθοράς. Ο έρωτας κι ο θάνατος που συμπλέκουν τη διαλεκτική της ζωής, εκφράζουν με καθαρότητα τους δύο αντιθετικούς πόλους της: αν και στη ζωή δεν υπάρχουν καθαρές και στεγανές σφαίρες, φαίνεται πως όπου νικάει ο ένας ηττάται ο άλλος. Κι η εικόνα ενός «αιώνια» ερωτευμένου ζευγαριού που χέρι με χέρι πορεύεται στον κόσμο είναι μια εικόνα ζωής, χαράς και ελπίδας. Στο όνομα του Ανθρώπου.

Δημοφιλή Άρθρα

Τα αγαπημένα

Η πραγματικότητα και η φαινομενικότητα, όπως είναι και όπως φαίνονται.

Της Σοφίας Καραγιαννίδου. Ο Ελύτης κλείνει το απόσπασμα της Γενέσεως γράφοντας τον στίχο:  «Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!» Στο συγκεκριμένο κομμάτι του ποιήματος,  χρησιμοποιεί...

Άκου μαμά…