Άνθρωποι

Αρχική Κοινωνία Άνθρωποι

Εν οίδα, ότι ουδέν οίδα

Το 2017 έφτασε και δυστυχώς τα πράγματα δεν δείχνουν να αλλάζουν. Τα προβλήματα αντιθέτως ολοένα και αυξάνονται και όλοι αναρωτιούνται γιατί συμβαίνει αυτό και ποιος το προκαλεί. Η απάντηση… όλοι μας. Το πρόβλημα είναι όμως ότι κανένας δεν το παραδέχεται. Γιατί όμως το προκαλούμε; Διότι ο καθένας ξεχωριστά ζει σε έναν προσωπικό κόσμο άγνοιας.

Ξένοι στην ίδια πόλη

Θεσσαλονίκη, το στολίδι του Βορρά, η πόλη του έρωτα, το μυστικό κρησφύγετο των χαμένων ποιητών, η κρυψώνα των παράνομων εραστών. Πόσα τραγούδια έχουν γραφτεί για αυτήν την πόλη; Πόσοι την έχουν υμνήσει για την απαράμιλλη ομορφιά της; Η Θεσσαλονίκη της ομίχλης, που μοιάζει να επιπλέει σε ένα λεπτό στρώμα μελαγχολίας καλυμμένη με ένα πέπλο απόκρυφου ερωτισμού. Η πόλη που κανείς δεν μπορεί να αφήσει πίσω του, την κουβαλάει πάντα στην καρδιά του. Όλοι μιλάνε για το καμάρι της Μακεδονίας με τέτοιο τρόπο, που θα πίστευε κανείς πως η πόλη μας είναι μια άλλη χώρα των θαυμάτων, με μαγικά σοκάκια, χαμογελαστούς γάτους ,τρελούς καπελάδες που σε παρασέρνουν σε περιπέτειες πέρα από κάθε φαντασία.

Αυτό που ξεχνάνε όμως ν’ αναφέρουν είναι η κακιά βασίλισσα. Η βασίλισσα της πόλης μας είναι λίγο διαφορετική, δεν κόβει κεφάλια αλλά φωλιάζει βαθειά στις καρδιές των ανθρώπων και δεν λέει να το κουνήσει από εκεί. Τ’ όνομα της; Μοναξιά. Αυτή είναι λοιπόν η δική μας βασίλισσα, που κρύβεται πίσω από τα χαμόγελα και τις καλημέρες. Ήρθε κάποιον χειμώνα καβάλα στον Βαρδάρη κι από τότε αρνήθηκε να φύγει. Της αρέσει εδώ, στο μικρό της βασίλειο, όπου όλοι – ή σχεδόν όλοι είναι πιόνια στα χέρια της. Κάθε νέα αυγή βρίσκει κι ένα καινούριο θύμα της μοναξιάς ξεχασμένο σε κάποιο παγκάκι να τουρτουρίζει απ’ το κρύο, να παρακαλάει, να κλαίει, να θυμώνει. Μόνος.

Μου φαίνεται περίεργη και λιγάκι τρομακτική αυτή η τρομερή αντίθεση. Από την μία δρόμοι γεμάτοι ανθρώπους, μαγαζιά, μουσικές, χρώματα, γέλια, χαρά, ελπίδες και όνειρα να ξεχειλίζουν λες από κάθε γωνιά της πόλης. Κι απ’ την άλλη παράθυρα με τραβηγμένες τις κουρτίνες, μοναχικοί επιβάτες, σκυμμένα κεφάλια. Τα δικά τους τα όνειρα και τις ελπίδες τα ξέβρασε στον Θερμαϊκό κάποια σωλήνα και πάει, Ξένοι στην ίδια πόλη τα χάσαν’ μια για πάντα.

Όσο απίστευτο κι αν μας φαίνεται, όταν το πανηγύρι τελειώσει και τα φώτα τη ράμπας σβήσουν, όταν ο αχός από τα χειροκροτήματα ξεθωριάσει, τότε οι άνθρωποι φεύγουν ο καθένας μόνος του. Φεύγουν αμίλητοι, χωρίς να ανταλλάξουν ούτε μια κουβέντα και κρύβονται πάλι στα γκρίζα σπιρτόκουτά τους. Βλέπουν την «πραγματική» ζωή μέσα από τα γυάλινα κουτιά τους και νομίζουν ότι έτσι πρέπει να ζούνε. Μόνοι.

Και ανάμεσα στους τρελούς που ξεφαντώνουν και τους μοναχικούς που αμπαρώνονται στα σπίτια τους είμαι κι εγώ. Κοιτάω τους μεν, κοιτάω τους δε και καταλήγω τελικά στο συμπέρασμα πως κανένας τους δεν είναι πραγματικά μόνος.

Όχι, έχουμε καταλάβει λάθος το νόημα της μοναξιάς. Μοναξιά δεν σημαίνει είμαι μόνος. Σημαίνει δεν ανήκω σ’ εσάς, δεν με καταλαβαίνετε και δεν σας καταλαβαίνω.

Μια γιαγιά μένει απέναντι από την στάση του λεωφορείου. Είναι από εκείνες τις παραμυθένιες γριούλες, άνετα θα περνούσε για γιαγιά της κοκκινοσκουφίτσας με τα χιονάτα μαλλιά της και τα καλοσυνάτα μάτια της. Την βλέπω κάθε πρωί να τραβάει ανυπόμονα τις κουρτίνες του παραθύρου της και να κοιτάει τον δρόμο με προσμονή. Σαν να θέλει να ρουφήξει τον έξω κόσμο, σαν να ψάχνει κάτι που έχασε. Την βλέπω κάθε πρωί κι αναρωτιέμαι, πήγε άραγε ποτέ κανείς να κάνει παρέα σ’ αυτήν την γυναίκα;

Είναι τάχα τελείως μόνη της στον κόσμο; Πόσοι άλλοι να ‘ναι εκεί έξω σαν κι αυτήν; Μα το ερώτημα που με καίει περισσότερο είναι γιατί. Γιατί γίναν’ έτσι οι άνθρωποι , γιατί να αφήνουμε τους γύρω μας να νιώθουν μόνους αντί να ενώσουμε τις μοναξιές μας στον πιο όμορφο χορό;

Είναι η ζωή στην πόλη βλέπεις, η καθημερινότητα, η βαβούρα, η βιασύνη, το άγχος, η ανάγκη να τελειώνεις μια ώρα αρχύτερα και να κλειστείς πάλι στο καβούκι σου. Είναι η καχυποψία που μας μεταδίδουν απλόχερα τα δελτία ειδήσεων τρόμου, ο φόβος για τις προθέσεις του άλλου και κυρίως αυτός ο καθωσπρεπισμός που μας δίδαξε η τηλεόραση. Είδατε εσείς ποτέ την Σκορδά να κάνει παρέα σε άγνωστες ηλικιωμένες κυρίες; Όχι βέβαια.

Όμως δεν ήταν πάντα έτσι άνθρωποι, είναι η πόλη που τους έκανε έτσι. Κι όσο κι αν την αγαπώ την Θεσσαλονίκη μου, με πονάει να βλέπω τους κατοίκους της να πνίγονται στην μοναξιά τους. Αύριο, αύριο κιόλας θα πάω να μιλήσω στην γιαγιά που αγναντεύει απ’ το παράθυρο. Να αγναντέψουμε μαζί, να μην είναι μόνη.

Δημοφιλή Άρθρα

Τα αγαπημένα

Εν οίδα, ότι ουδέν οίδα

Το 2017 έφτασε και δυστυχώς τα πράγματα δεν δείχνουν να αλλάζουν. Τα προβλήματα αντιθέτως ολοένα και αυξάνονται και όλοι αναρωτιούνται γιατί συμβαίνει αυτό και...

Άκου μαμά…