Τέχνη

Αρχική Τέχνη

Το Προσωπείο

0
Της Κενανίδου Μελπομένης
Μια μάσκα καλύπτει το κενό σου
μια φωνή που μιλάει αντί για τη μιλιά σου
λόγια πλαστά, τυπικά,
λόγια που δεν αντανακλούν τα συναισθήματά σου
Και αυτή η φωνή σε πνίγει
Το κάνω για το καλό σου, σου λέει
Και όλοι συμπαθούν το προσωπείο σου

Και η μάσκα ριζώνει στο πρόσωπό σου
οι ρίζες αγγίζουν την ψυχή σου
ρίζες με σαγόνια που την τρώνε
γίνεται κομμάτι του εαυτού σου
ένα με την ύπαρξή σου
και ο αληθινός σου εαυτός κλαίει 
σαν ένα μικρό παιδί 
παραμελημένο από την μητέρα του

Το κεφάλι σου βαρύ από τον πόνο
και ο πόνος σε τρελαίνει
χτυπιέσαι στα πατώματα
προσπαθώντας να βγάλεις την μάσκα σου
να σκοτώσεις το ψεύτικο εγώ σου

Αντικρίζεις φοβισμένος το είδωλό σου στον καθρέφτη
μα αντικρίζεις την πλάτη σου
και στο ύψος του κεφαλιού είναι το προσωπείο
σου χαμογελάει
Πλέον μου ανήκεις
ο αληθινός σου εαυτός έχει πεθάνει

Ο εαυτός σου νεκρός
το είναι σου ραγισμένο
ο καθρέφτης σπασμένος
τα χέρια σου ματωμένα
μα η μάσκα… ούτε γρατζουνιά

 

Χιλιάδες μίλια

0

Μια τόση δα ατασθαλία
Κατέληξε θρυαλλίδα της φθοράς
Έμπλεξε τα νήματα, της καρδιάς βαβυλωνία
Κι από άγγελος κατήντησε ο Έρως μασκαράς

Ήσουν της ήβης μου το πάθος
Στον μικρό μας χρόνο επένδυσα πολλά
Μα ήταν όλα εκ των προτέρων λάθος
Χιλιάδες μίλια μας κρατούσαν μακριά

Κι είν’ η απόσταση αλυσίδα αιχμηρή
Αφήνει σιωπηλά στο σώμα αμυχές
Κι ύστερα από χρόνια, κοιτάω τις ουλές
Στον βυθό του τότε χάνομαι, σε μία σκέψη πνιγηρή.

Ο δρόμος προς την ελευθερία

Και κύλησε η τελευταία στάλα αίμα από το ακόμα ζεστό του σώμα. Τα μάτια του, ψυχρά, κοίταξαν το κενό. Μία γαληνή υπήρχε στο πρόσωπο του, σαν να μιλούσε με τα κενά του μάτια, λες και έλεγε «μετά, όλα τα καλά έρχονται μετά». Όλα γύρω άρχιζαν να σκοτεινιάζουν, τα πόδια του άρχισαν να λυγίζουν, ώσπου κατάρρευσε. Τα αφτιά του πλέον δεν άκουγαν τίποτα, το δέρμα του δεν ένοιωθε τα δάκρυα καυτά να κυλάνε. Τίποτα. Ένα απόλυτο κενό συμπλήρωνε την κάθε λεπτομέρεια του σκοτεινού κελιού της φωτεινής του ψυχής.

Δική μου μόνο

 Η Άφιξη

Ήταν Σάββατο πρωί όταν ο Λουκάς και η Renata έφτασαν στο νέο τους σπίτι. Μία παλιά μονοκατοικία, με σάπια ξύλινα κουφώματα και υγρασία. Είχε τουλάχιστον ωραίο κήπο, πλούσιο από καρποφόρα δέντρα, και ένα κιόσκι στην πισινή πλευρά. Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος άλλωστε που ο Λουκάς επέλεξε αυτό το μέρος για να ζήσει με την γυναίκα του. Είχε ανάγκη για μία αλλαγή, αναζητούσε έναν τρόπο διαφυγής από την κοσμοπολίτικη ζωή στο Μιλάνο, ένα μέρος όπου η τέχνη της ζωής να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Και αυτή η περιοχή ήταν η κατάλληλη. Θα αποτελούσε, συν τοις άλλοις, πηγή έμπνευσης και για το νέο του βιβλίο. 

Απόρριψη; Τι είναι αυτό; Βγαίνει και σε μπλε;

0

Υπάρχουν στη ζωή μας διάφορες καταστάσεις που είναι δύσκολο να γίνουν κατανοητές από τους άλλους. Ο καθένας μας περνάει στιγμές άλλοτε πίεσης και μοναξιάς άλλοτε χαράς και ευτυχίας. Κανείς όμως ποτέ δεν θα βιώσει ίδιες ακριβώς στιγμές σαν τις δικές μας. Πάντα θα υπάρχει κάτι που θα τις κάνει ξεχωριστές.

Υπάρχουν όμως και καταστάσεις που όλοι μας έχουμε βιώσει, ο καθένας με τον δικό του τρόπο βέβαια. Μία τέτοια κατάσταση είναι η απόρριψη. Και δεν είναι πάντα ερωτικό το θέμα. Μπορεί η απόρριψη να προέρχεται από ένα φίλο ή μια φίλη, από κάποιο πολύ κοντινό σου άτομο ή ακόμη και από ένα μέλος της οικογένειάς σου.

Κριτική – Psycho-Pass

Δεν υπάρχει τίποτα πιο αόριστο, θολό, και ασαφές από τη γραμμή που διαχωρίζει το «καλό» από το «κακό». Αυτό που περιπλέκει ακόμη περισσότερο το θέμα είναι ερωτήσεις σαν κι αυτές: «είναι η εν λόγω πράξη καλύτερη ή χειρότερη από μία άλλη;» Γιατί θεωρούμε το φόνο ενός αθώου ανθρώπου χειρότερο αδίκημα από μια ληστεία τράπεζας; Είναι ένας γιατρός που σώζει εκατοντάδες ζωές πιο «καλός» από έναν απλό εθελοντή σε καταφύγιο αστέγων; Το Psycho-Pass είναι ένα anime που περιστρέφεται ακριβώς γύρω από αυτά τα ερωτήματα. Αστυνομικό κατά βάση, ωστόσο είναι κάτι πολύ παραπάνω από ένα απλό κυνήγι «κακών». Με μια δόση ίσως υπερβολής θα λέγαμε πως είναι μια «μελέτη» πάνω στον ανθρώπινο ψυχισμό και συναισθηματισμό, που μας καλεί να σκεφτούμε γύρω από τις έννοιες του νόμου, του δικαίου και της ηθικής.

Η υπόθεση της σειράς βασίζεται σε ένα ενδιαφέρον σενάριο: πώς θα ήταν αν ζούσαμε σε ένα κόσμο, όπου θα μπορούσε κανείς να προϋπολογίσει τις προοπτικές ενός ανθρώπου μέσω μίας απλής σάρωσης και να τον κρίνει ή να τον κατατάξει αναλόγως; αν θα μπορούσε να υπολογιστεί η καταλληλότητά του για συγκεκριμένα επαγγέλματα, η έκταση των λανθανόντων ικανοτήτων του και η πιθανότητα να παρουσιάσει κάποια ψυχική αστάθεια ή να διαπράξει έγκλημα; Αυτός είναι ο κόσμος στον οποίο διαδραματίζεται το Psycho-Pass. Η σειρά ακολουθεί το Εγκληματολογικό τμήμα του Υπουργείου Δημόσιας Ασφάλειας και τις διάφορες υποθέσεις που τους ανατίθενται. Παρακολουθώντας τους ήρωες στην εξιχνίαση των εγκλημάτων σκάβουμε πιο βαθιά σε ηθικά διλήμματα, στη μάχη ανάμεσα στο δίκαιο και στο άδικο και στη σύγκρουση ανάμεσα διαφορετικές απόψεις για το Σύστημα Sibyl (από την μάντισσα Σίβυλλα, το ρωμαϊκό αντίστοιχο της Πυθίας), το οποίο έκανε αυτού του είδους τη ζωή πραγματικότητα.

Το δυνατότερο χαρακτηριστικό του Psycho-Pass είναι το cast των πολύ καλά ανεπτυγμένων και ενδιαφερόντων χαρακτήρων του. Έχουμε την Tsunemori Akane, μια νέα ανακρίτρια του Εγκληματολογικού τμήματος, και τα πιστεύω της για το τι ορίζεται κοινώς ως «δίκαιο». Είναι η αναπαράσταση του ιδανικού κι όμως αφελούς σκεπτικού πως η δικαιοσύνη είναι απόλυτη και οι εγκληματίες πρέπει να τιμωρούνται. Κρατά το νόμο κοντά στην καρδιά της, και ενώ πολύ νεαρή και άπειρη, είναι ένα ευφυές άτομο και προσπαθεί να δει το καλό στους ανθρώπους. Μέσω της έκθεσης της στη πιο μοχθηρή πλευρά της κοινωνίας, παρατηρούμε αν είναι ικανή να ανθίσταται στις προκλήσεις και πώς αλλάζει ως άτομο.

Αυτός που την βοηθά να διαλευκάνει εγκλήματα και να κάνει την περισσότερη βρόμικη δουλεία είναι ένας από τους Εφαρμοστές κάτω από αυτή, ο Kogami Shinya. Ως πιο εξοικειωμένος με τη «σκοτεινή» πλευρά της κοινωνίας και έχοντας συσσωρεύσει πληθώρα εμπειρίας στο να αντιμετωπίζει μυαλά εγκληματιών, είναι πονηρός, ευφυής, και σωματικά σφριγηλός. Η άποψη του για τη δικαιοσύνη και τη φύση των ανθρώπων διαφέρει από της Akane, και αυτή η διαφορά υπηρετεί ως κινητήρια δύναμη την πλοκή των επεισοδίων. Ενώ είναι συνήθως συγκεντρωμένος και λογικός, τα συναισθήματα του τον οδηγούν να φέρεται παράλογα και να τοποθετείται σε επικίνδυνες καταστάσεις. Η θέληση του και οι ερευνητικές του ικανότητες δοκιμάζονται, ενώ βλέπουμε κάθε φορά και τα όρια στα οποία μπορεί να φτάσει για να υπερασπιστεί τα πιστεύω του.

Επιπροσθέτως, έχουμε τον Ginoza, έναν βετεράνο Ανακριτή με κάποια πολύ σταθερά και άκαμπτα πιστεύω για τους εγκληματίες και τις προοπτικές τους, και τον Masaoka, έναν έμπειρο Εφαρμοστή που ήταν επιθεωρητής αλλά κρίθηκε λανθάνων εγκληματίας και είναι λιγάκι παλιομοδίτικος. Συμμετέχει επίσης ο Kagari, ένας ξένοιαστος Εφαρμοστής ο οποίος επισημάνθηκε ως εγκληματίας στην ηλικία των πέντε, είναι Εφαρμοστής από τότε και δεν έχει σε μεγάλη εκτίμηση το Σύστημα Sibyl. Η Yayoi, μία πρώην κιθαρίστρια που έγινε Εφαρμόστρια για να αποτρέψει άλλους από το να καταλήξουν εγκληματίες, όπως έκανε με την ίδια κάποια φίλη της. Συμπληρώνοντας τη πρώτη μονάδα, έχουμε την Shion, την αναλύτρια του Υπουργείου που βοηθά τη μονάδα στο να λύνουν εγκλήματα, και τη Joshu, την αινιγματική Διοικητή του Υπουργείου. Όλοι οι χαρακτήρες αναπτύσσονται ισόρροπα και συμμετέχουν εξίσου στην ανάπτυξη της πλοκής.

Υπάρχουν κάποια υπαρξιακά ερωτήματα που διατρέχουν όλη τη σειρά: είναι οι άνθρωποι εγγενώς καλοί ή κακοί; αγωνιζόμαστε στο πλευρό της δικαιοσύνης επειδή είναι στη φύση μας, επειδή είμαστε εγγενώς ηθικοί, ή λειτουργούμε έτσι απλώς για να δημιουργήσουμε μία βιτρίνα ενός ενάρετου και δίκαιου ατόμου; μήπως είναι οι πράξεις μας ένα μεσουράνημα ιδιοτέλειας, μήπως κάνουμε τα πάντα για προσωπικό όφελος; Δημιουργόυμε σχέσεις, φτιάχνουμε δεσμούς· πού αποβλέπουν, σε τι αποσκοπούν; είναι απλά μέθοδοι για να φτάσουμε τον τελικό στόχο της προσωπικής ικανοποίησης και ευτυχίας; Το Psycho-Pass αναπτύσσεται γύρω από αυτά τα ερωτήματα μέσω μιας εξαιρετικής αφήγησης, μιας πλοκής με βάθος που όμως δεν χάνει σε ρυθμό, και, όπως είπαμε, με ένα σύνολο ρεαλιστικών χαρακτήρων. Απ’ το σημείο που βλέπεις την Akane να προσπαθεί να υπερασπιστεί λανθάνοντες εγκληματίες και να τους δώσει μία δεύτερη ευκαιρία να αποδείξουν την αθωότητα τους, μέχρι την τιμωρητική ορμή του Shinya – τη βασισμένη στην αντίληψή του περί δικαιοσύνης αλλά και σε αισθήματα προσωπικής εκδίκησης που τον διακατέχουν -, το Psycho-Pass κρατά το κοινό του συνεχώς καθηλωμένο, με ανατροπές και αλλαγές στη πλοκή που είναι απρόβλεπτες και κινούν αβίαστα το ενδιαφέρον.

Το Psycho-Pass, πιστεύω, μπορεί να θεωρηθεί ένα αριστούργημα. Με διαλόγους και πλοκή που θα προβληματίσουν, αρκετό δράμα και ένταση, που δεν είναι ούτε υπερβολική ούτε απογοητευτική, ένα σύνολο χαρακτήρων που είναι το ίδιο πολύπλοκοι όσο οι περισσότεροι άνθρωποι, το Psycho-Pass προσφέρει έναν συνδυασμό δράσης και επιστημονικής φαντασίας, που όμοιό του δεν έχουμε ξαναδεί στα anime.

Το βρίσκετε στη διεύθυνση: http://www.kiss-anime.me/Anime/psycho-pass

Το Τέρας Μέσα Μου

0

Καθώς οι αχτίδες του πρωϊνού ήλιου πήδηξαν μέσα από το παράθυρό του, τα μάτια του Ηρακλή άνοιξαν σχεδόν διάπλατα. Κοιτάζοντας το ρολόι του είδε πως ήταν ακόμα πολύ νωρίς για να σηκωθεί, ωστόσο δεν υπήρχε περίπτωση να ξανακοιμόταν. Ντύθηκε πρόχειρα κι έφυγε από το σπίτι. Μακάρι να μην καταλάβαιναν τίποτα οι γονείς του.

Βγαίνοντας έξω, κρύος αέρας χτύπησε το πρόσωπό του. Ήταν ήδη τέλη Φεβρουαρίου, όμως έκανε ακόμα πολύ κρύο. Ο Ηρακλής κούμπωσε το μπουφάν του κι άρχισε να περπατάει προς μια άγνωστη κατεύθυνση. Ενώ προχωρούσε, ένιωσε σα να καιγόταν μέσα του. Η φωτιά ξεκινούσε από το λαιμό του και σταματούσε ακριβώς κάτω από τα πνευμόνια του. Ο Ηρακλής δεν είχε ελπίδα για το μέλλον, δεν ένιωθε πλέον μέσα του τη χαρά. Ήταν μόλις δεκαοχτώ χρονών, παιδί ακόμα, κι όμως πίστευε πως δεν υπήρχε κάτι όμορφο και προσιτό ταυτόχρονα.

Τελικά τα βήματά του τον οδήγησαν έξω από τη δημοτική βιβλιοθήκη. Μπήκε μέσα χωρίς δεύτερη σκέψη. Χαιρέτησε ευγενικά τον ηλικιωμένο άνδρα στην είσοδο και περπάτησε προς το διάδρομο με τα βιβλία μεταφυσικής. Του άρεσε αυτός ο κλάδος και πίστευε πως θα κατάφερνε να ξεχαστεί αν διάβαζε κάτι ενδιαφέρον. Δυστυχώς τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει τις άσχημες σκέψεις του. Το τέρας είχε ξυπνήσει μέσα του κι εκείνος έπρεπε να το σκοτώσει, να το βγάλει από ‘κει μέσα. Ο Ηρακλής πήρε ένα χαρτί κι ένα μολύβι από ένα κοντινό του τραπέζι. Άρχισε να ζωγραφίζει ένα μεγαλόσωμο ζώο. Είχε τεράστια δόντια και μια μακριά χαίτη. Ήταν ένα λιοντάρι. Και ζούσε μέσα του. Το λιοντάρι αυτό, καταβρόχθιζε κάθε ελπίδα και κάθε ίχνος χαράς που υπήρχε μέσα στο σώμα του Ηρακλή. Το λιοντάρι ήταν πάντα πεινασμένο για αισιοδοξία, ποτέ όμως για θλίψη και απογοήτευση. Τα δύο τελευταία παρέμεναν στο σώμα του Ηρακλή.

«Τι ζωγραφίζεις;» – μια φωνή ακούστηκε πίσω από τον ώμο του Ηρακλή.

Γύρισε το κεφάλι του και αντίκρισε τον ηλικιωμένο άνδρα που είχε χαιρετήσει προηγουμένως. Χωρίς να απαντήσει λεκτικά στην ερώτησή του σήκωσε τη ζωγραφιά του στον αέρα και του την έδειξε.

– Ένα λιοντάρι, ε;

– Ναι, ένα λιοντάρι…, είπε ο Ηρακλής.

– Όταν ήμουν νέος πάλευα με λιοντάρια…, είπε ο ηλικιωμένος.

Ο Ηρακλής τον κοίταξε λες και ήταν τρελός.

– Κι εσύ αυτό πρέπει να κάνεις τώρα, είπε ο ηλικιωμένος ξανά.

Ο Ηρακλής σηκώθηκε από το τραπέζι που καθόταν και βγήκε σχεδόν τρέχοντας έξω από τη βιβλιοθήκη χωρίς να πει κουβέντα. Έπρεπε να πάει σπίτι του και να ηρεμήσει. Ή να κοιμηθεί για το υπόλοιπο της ημέρας. Ή και για πάντα, ποιος ήξερε;

Μπήκε μέσα στο σπίτι. Η μητέρα του τον κοίταξε αναστατωμένη.

– Ηρακλή, πού ήσουν παιδί μου;

– Πουθενά, απάντησε εκείνος.

– Τουλάχιστον έλα να φας κάτι, είπε ανήσυχα η μητέρα του.

«Δεν πεινάω» αποκρίθηκε εκείνος κι έκλεισε την πόρτα του δωματίου του. Έβαλε δυνατή μουσική και ξάπλωσε στο πάτωμα. Κοίταξε το σώμα του. Σηκώθηκε και περπάτησε μέχρι τον καθρέφτη. Κοίταξε το πρόσωπό του. Και το μίσησε. Τα μίσησε όλα. Κάθε ίχνος του εαυτού του, κάθε κύτταρό του. Ήταν σίγουρος πως για όλα έφταιγε το λιοντάρι. Είχε κρατήσει τη ζωγραφιά του. Την έβγαλε από την τσέπη του και την έσκισε.

3 μήνες μετά:

Ο Ηρακλής αποφάσισε να επισκεφθεί την βιβλιοθήκη και πάλι. Αφορμή ήταν τα βιβλία που μπορούσε να διαβάσει, όμως ο πραγματικός λόγος ήταν ο ηλικιωμένος άνδρας. Παρ’ όλο που τον είχε τρομάξει, ένιωθε την ανάγκη να τον ξαναδεί και να του ξαναμιλήσει.

Στην είσοδο της βιβλιοθήκης ήταν μια νεαρή κοπέλα αυτή τη φορά.

«Συγνώμη» της είπε ο Ηρακλής. «Μήπως ξέρεις που μπορώ να βρω τον ιδιοκτήτη της βιβλιοθήκης;»

Η κοπέλα τον κοίταξε λυπημένη.

«Ξέρεις… έχει πεθάνει…» του είπε και η φωνή της έσπασε.

Από τι πέθανε;» ρώτησε έκπληκτος ο Ηρακλής.

«Κάτι μουρμούρισε για ένα λιοντάρι πριν ξεψυχήσει…έφυγε απρόσμενα…» είπε η κοπέλα.

«Λυπάμαι… Είχατε συγγένεια;» ρώτησε πάλι ο Ηρακλής.

«Ήταν ο παππούς μου…» του είπε. »Εσύ πώς τον ξέρεις;» του αποκρίθηκε.

«Μια φορά μόνο είχαμε μιλήσει…του είχα δείξει μια ζωγραφιά…» την πληροφόρησε ο Ηρακλής.

«Α… τι ζωγραφιά;» αναρωτήθηκε η κοπέλα.

«Ένα λιοντάρι.»

Αμέσως ο Ηρακλής μετάνιωσε για ό,τι είχε πει. Η κοπέλα τον κοίταξε αινιγματικά.

«Πότε είχε γίνει αυτό;» τον ρώτησε.

«Πριν τρεις μήνες περίπου…» απάντησε εκείνος.

«Έλα μαζί μου» του είπε αυτή αποφασιστικά.

«Μα περίμενε! Πού πηγαίνεις;»

Τον τράβηξε από το χέρι και βγήκαν έξω. Τους οδήγησε σ’ ένα διαμέρισμα. Έβαλε το κλειδί στην εξώπορτα και μπήκαν μέσα.

«Μα που πηγαίνουμε;» ξαναρώτησε ο Ηρακλής.

«Εσύ μπορεί και να καταλάβεις… Πώς σε λένε;», ρώτησε εκείνη.

«Ηρακλή… Μα δεν κατάλαβ…»

«Σςς! Δες αυτά!»

Του έδωσε μια στοίβα χαρτιών κι ένα μικρό βιβλιαράκι. Ο νεκρός πλέον άνδρας λεγόταν Μόλορχος. Παράξενο όνομα. Στο μικρό βιβλίο ανέφερε το θάνατο του γιου του. Είχε αυτοκτονήσει επειδή δεν μπόρεσε να σκοτώσει το λιοντάρι, έτσι έλεγε. Δεν μπόρεσε ποτέ να το εξοντώσει, έτσι τα παράτησε τοποθετώντας ένα όπλο στον κρόταφό του και κάνοντας μια άσχημη σκέψη.

Έπρεπε να πνίξει το λιοντάρι. Έπρεπε να το πνίξει, έλεγε το σημείωμα. Αν το έπνιγε, το ίδιο το νεκρό του σώμα θα γινόταν το βραβείο του. Το βραβείο του γιου του. Το βραβείο του Ηρακλή. Στο πίσω μέρος του βιβλίου υπήρχε μια ζωγραφιά παρόμοια με αυτή του Ηρακλή.

«Σου είχε πει για μένα έτσι;» ρώτησε ο Ηρακλής την κοπέλα.

Εκείνη έγνεψε διστακτικά.

«Κι όλα αυτά είναι για να με βοηθήσεις» συμπλήρωσε ο Ηρακλής.

«Ναι» αποδέχτηκε η κοπέλα.

Ο Ηρακλής σηκώθηκε από τη θέση του και περπάτησε σταθερά μέχρι την εξώπορτα. Εξαφανίστηκε. Είχε ένα λιοντάρι να πνίξει. Και όταν θα το έπνιγε θα φορούσε το ίδιο του το δέρμα. Για να δουν όλοι πως πλέον δεν ζούσε μέσα του, αλλά ήταν νεκρό απ’ έξω. Για να ζήσει.

Κριτική – Sakurasou no Pet na Kanojo

Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότερο ακούγεται ανάμεσα στους νέους η λέξη anime. Anime χαρακτηρίζεται από τους δυτικούς κάθε κινούμενο σχέδιο που προέρχεται από την Ιαπωνία. Αντίθετα οι Ιάπωνες αποκαλούν anime κάθε είδους κινουμένων σχεδίων ανεξαρτήτως της χώρας προέλευσης. Ωστόσο τα anime χαρακτηρίζονται από κάποιες ιδιότητες και μεθόδους που τα κάνει να διαφέρουν από τα υπόλοιπα κινούμενα σχέδια. Ειδοποιός διαφορά αποτελεί το target group, τα άτομα για τα οποία προορίζονται οι διάφορες σειρές. Στην δύση κυριαρχεί η αντίληψη πως τα κινούμενα σχέδια είναι «θησαυρός» των παιδιών, κάτι που για τα anime είναι απλά ένας μύθος. Τα anime στοχεύουν στην προσέγγιση κάθε ηλικίας ή γένους, συνεπώς αποκρυσταλλώνονται σε shounen (για αγόρια), shoujo (για τα κορίτσια), seinen (για ενηλίκους) κ.α.

Μια καλή αρχή για να ξεκινήσει κάποιος να βλέπει τέτοιου είδους σειρές είναι το «Sakurasou no Pet na Kanojo», δηλαδή «Το κατοικίδιο κορίτσι του Sakurasou». Η ιστορία εκτυλίσσεται στον μαθητικό κοιτώνα ενός Λυκείου, τον Sakurasou, και οι ήρωες είναι οι ένοικοί του. Ο κοιτώνας αυτός είναι ένα μέρος όπου τοποθετούνται οι «αποκλίνοντες» μαθητές, που αποβάλλονται από τους κανονικούς κοιτώνες. Το μέρος έχει δημιουργήσει κακή φήμη ανάμεσα στους μαθητές και ο Σόρατα Κάντα (Sorata Kanda) έκανε την κάκιστη επιλογή να ζήσει εκεί προκειμένου να μην χάσει την κατοικίδια γάτα του, που στους κανονικούς κοιτώνες απαγορευόταν να μπει.

Στο Sakurasou σίγουρα ζούνε πολλά εκκεντρικά άτομα και ο Sorata νοιώθει πως δεν θέλει να ζήσει εκεί πια. Αποφασίζει λοιπόν να φύγει το συντομότερο δυνατό. Ωστόσο, καθώς εγκαθίστανται ολοένα και νέοι ένοικοι, αρχίζει να σκέφτεται πως δεν είναι τελικά και τόσο κακό να μένεις στο Sakurasou και καταλαβαίνει πόσο «ξεχωριστή» θα είναι η φοιτητική του ζωή από δω και πέρα.

Το ενδιαφέρον του θα κλιμακωθεί όταν θα γνωρίσει τη Μασίρο Σίινα (Mashiro Shiina), την πρωταγωνίστρια της σειράς, από την οποία η τελευταία πήρε και το όνομά της. Η Mashiro είναι ένα χαρισματικό κορίτσι: όπως ο Sorata, έτσι κι εκείνη είναι μόλις 17 χρονών και όμως είναι ήδη διεθνούς φήμης σκιτσογράφος. Το πρόβλημα όμως με την Mashiro είναι πως δεν έχει φίλους. Έχει μια δυσκολία στο να καταλάβει τα συναισθήματα των γύρω της και αυτό κρατάει τους ανθρώπους σε απόσταση. Επιπλέον παρουσιάζει ελλειμματική προσοχή στα μαθήματα (γι’ αυτό άλλωστε έχει και κακούς βαθμούς), ενώ δείχνει να δυσκολεύεται και στα πιο απλά πράγματα, π.χ. στο να ντυθεί.

Ο Sorata κατά κάποιο τρόπο θα γοητευτεί από αυτήν την ιδιόρρυθμη κοπέλα και θα την προσεγγίσει. Θα γίνει ο βοηθός και ο σύντροφός της. Κι από εκεί και πέρα η όλη σειρά θα είναι αφιερωμένη στη μεταξύ τους σχέση αλλά και στις σχέσεις τους με τους γύρω τους.

«Το κατοικίδιο κορίτσι του Sakurasou» είναι μία σειρά που κυκλοφόρησε το 2013, που σημαίνει ότι η ποιότητα του σχεδίου είναι αρκετά καλή. Το είδος της ενδείκνυται για μαθητές, γιατί η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα λύκειο και οι χαρακτήρες είναι μαθητές στην ηλικία των 16-18, οπότε είναι πολύ εύκολο να συνδεθείς μαζί τους. Έχει πολύ γέλιο και πλάκα, διάσπαρτο στις σκηνές, δεν πρόκειται, ωστόσο, για μία ρηχή κωμική σειρά. Αγγίζει τα προβλήματα του κάθε εφήβου (έρωτας, απογοήτευση, μοναξιά, φιλοδοξίες, στόχοι) μέσα από την ζωή του κάθε χαρακτήρα. Επιπλέον, μεγάλο πλεονέκτημα, ειδικά για μαθητές με μεγάλο φόρτο εργασίας, είναι η διάρκεια του κάθε επεισοδίου, που είναι μόνο είκοσι λεπτά και η σειρά αποτελείται από είκοσι-τέσσερα επεισόδια.

Οποιοσδήποτε θελήσει να την δει θα πρέπει να έχει πρόσβαση στο ίντερνετ, καθώς η σειρά προβάλλεται στην Ιαπωνική τηλεόραση. Επίσης, για την καλύτερη και πληρέστερη απόλαυση, η διαχείριση της αγγλικής γλώσσας θα πρέπει να είναι σε ικανοποιητικά επίπεδα, γιατί οι υπότιτλοι είναι κυρίως στα Αγγλικά. Εμείς ως εφημερίδα προσφέρουμε έναν υπερσύνδεσμο όπου μπορείτε να την δείτε αλλά και οποιαδήποτε άλλη αξιόπιστη ιστοσελίδα είναι εξίσου λυσιτελής.

http://kissanime.com/Anime/Sakurasou-no-Pet-na-Kanojo

«Υπάρχουν νύχτες που τα αστέρια δεν λάμπουν στον ουρανό…»

Σε έναν λαβύρινθο μπετού, ανοιχτωσιές σαν κι αυτές φαντάζουν οάσεις. Και ας είναι η φυλλωσιά πεθαμένη, και ας είναι μολυσμένη με ανθρώπινα σκουπίδια. Αναρωτιέμαι, για πόσο ακόμα θα μείνει αυτή η μερίδα γης «ανεκμετάλλευτη»;

Είναι μέρη σαν κι αυτά που μπορείς να δεις την ειρωνεία. Την ειρωνεία της μοντέρνας ζωής. Κόσμος που έχει τρελαθεί με την δύναμη που έχουν μαζέψει στα χέρια τους αυτοί της εξουσίας. Πόλεμοι και μάχες που μοιάζουν φοβερές και τρομερές στα μάτια του ατόμου. Αριστεροί εναντίον δεξιών. Ολυμπιακοί εναντίον παναθηναϊκών. Άθεοι εναντίον πιστών. Άνθρωπος εναντίον ανθρώπου. Το ανθρώπινο ον θα μαλώσει για τα πάντα.

Κι όμως, από ένα τέτοιο ύψωμα σαν κι αυτό που βρίσκομαι τώρα, με όλη την νεκρή βλάστηση, με όλες τις βρωμιές της μοντέρνας ανθρώπινης κοινωνίας, μπορείς να δεις πόσο μικρά φαίνονται όλα. Εδώ δεν νιώθεις το μίσος του ναζιστή που χτυπάει τον μετανάστη, ούτε την οργή του αντιφασίστα που κυνηγάει τον χρυσαυγίτη. Εδώ δεν νιώθεις την ένταση του στρατιώτη που τρέχει στην μάχη ξέροντας ότι θα πεθάνει, ούτε την αγωνία του αναρχικού που τρέχει κουκουλωμένος μες στους δρόμους. Εδώ δεν υπάρχει τίποτα. Μόνο ησυχία. Γαλήνη. Ειρήνη.

Δεκάδες χιλιάδες χρόνια έχουν περάσει, κι όμως τι έχει καταφέρει, πού έχει καταλήξει ο άνθρωπος;

Ρόδινο το ηλιοβασίλεμα. Βλέπω καπνό στον ουρανό. Τα μάτια μου κλείνουν από τον πόνο. Δεν μπορώ να αγναντέψω πλέον τον ορίζοντα, δεν μπορώ να δω την γη οπού κάποτε περπάτησαν οι πρόγονοί μου. Και όμως, είναι ακόμα εκεί κάτω. Κάτω από το μπετό και το τσιμέντο. Κάτω από το μίσος και την έριδα. Κάτω από τις έγνοιες του κόσμου. Τα κόκαλα των ανθρώπων που είχαν κάποτε το ίδιο αίμα με το δικό μου στις φλέβες τους, βρίσκονται ακριβώς κάτω από τα πόδια μου, βαθιά μέσα στο έδαφος.

Το έδαφος. Δεν αλλάζει ποτέ. Όσο βαθιά και να σκάψουν τα άπληστα χέρια του ανθρώπου σε αναζήτηση αστραφτερών πετρωμάτων, η ίδια μάζα γης που υπήρχε πριν από 20.000 χρόνια υπάρχει και σήμερα. Ίσως σε διαφορετική μορφή. Ίσως πάνω σε κτήρια, ίσως κάτω από τσιμεντένιες πλάκες, ίσως μέσα στο νερό, στον αέρα που αναπνέουμε. Μόνο τούτο το χώμα ξέρει την ιστορία αυτού του τόπου. Πόσοι τον αγάπησαν και πόσοι τον λησμόνησαν; Πόσοι έδωσαν την ζωή τους για να τον υπερασπιστούν; Το έδαφος θυμάται, και τώρα προσφέρει καταφύγιο σε ότι απέμεινε από αυτούς.

Άνθρωποι γεννούνται και πεθαίνουν. Οι εποχές αλλάζουν, τα δημιουργήματά τους καταρρέουν. Η ίδια η φύση μας υπενθυμίζει συνεχώς πόσο ανίσχυροι είμαστε μπροστά της. Ό,τι μας δωθεί στην ζωή, θα επιστραφεί πίσω στον θάνατό μας. Το νερό που πίνουμε, ο αέρας που αναπνέουμε, το φαγητό που τρώμε. Όλα θα επιστραφούν πίσω στην Μητέρα Γη μετά την τελευταία μας ανάσα. Και παρ’ολ’αυτά ο άνθρωπος ακόμα πιστεύει ότι μπορεί να κυριαρχήσει, ότι μπορεί να ημερεύσει την γη. Ξοδεύει όλη την ζωή του πολεμώντας την, πληγώνοντας την και βεβηλώνοντάς την. Μα η γη θα τον καταπιεί όταν το νεκρό του σώμα μπει στο μνήμα. Και αυτή είναι η ειρωνεία. Η τραγωδία που στοιχειώνει την ανθρωπότητα από την ανατολή του κόσμου.

Υπάρχουν νύχτες που τα αστέρια δεν φαίνονται στον ουρανό. Μα τώρα είναι εκεί, και μου δίνουν το φως για να γράψω αυτές τις τελευταίες γραμμές.

Φεύγω από αυτό το ύψωμα, μα θα επιστρέψω. Όπως κάθε φορά. Το μόνο μέρος που μπορεί η ψυχή μου να βρει γαλήνη μέσα σε αυτήν την γκρίζα Βαβυλώνα του μίσους και της υποκρισίας. Της πόλης που μισώ και αγαπάω.

Ξένοι στην ίδια πόλη

Θεσσαλονίκη, το στολίδι του Βορρά, η πόλη του έρωτα, το μυστικό κρησφύγετο των χαμένων ποιητών, η κρυψώνα των παράνομων εραστών. Πόσα τραγούδια έχουν γραφτεί για αυτήν την πόλη; Πόσοι την έχουν υμνήσει για την απαράμιλλη ομορφιά της; Η Θεσσαλονίκη της ομίχλης, που μοιάζει να επιπλέει σε ένα λεπτό στρώμα μελαγχολίας καλυμμένη με ένα πέπλο απόκρυφου ερωτισμού. Η πόλη που κανείς δεν μπορεί να αφήσει πίσω του, την κουβαλάει πάντα στην καρδιά του. Όλοι μιλάνε για το καμάρι της Μακεδονίας με τέτοιο τρόπο, που θα πίστευε κανείς πως η πόλη μας είναι μια άλλη χώρα των θαυμάτων, με μαγικά σοκάκια, χαμογελαστούς γάτους ,τρελούς καπελάδες που σε παρασέρνουν σε περιπέτειες πέρα από κάθε φαντασία.

Αυτό που ξεχνάνε όμως ν’ αναφέρουν είναι η κακιά βασίλισσα. Η βασίλισσα της πόλης μας είναι λίγο διαφορετική, δεν κόβει κεφάλια αλλά φωλιάζει βαθειά στις καρδιές των ανθρώπων και δεν λέει να το κουνήσει από εκεί. Τ’ όνομα της; Μοναξιά. Αυτή είναι λοιπόν η δική μας βασίλισσα, που κρύβεται πίσω από τα χαμόγελα και τις καλημέρες. Ήρθε κάποιον χειμώνα καβάλα στον Βαρδάρη κι από τότε αρνήθηκε να φύγει. Της αρέσει εδώ, στο μικρό της βασίλειο, όπου όλοι – ή σχεδόν όλοι είναι πιόνια στα χέρια της. Κάθε νέα αυγή βρίσκει κι ένα καινούριο θύμα της μοναξιάς ξεχασμένο σε κάποιο παγκάκι να τουρτουρίζει απ’ το κρύο, να παρακαλάει, να κλαίει, να θυμώνει. Μόνος.

Μου φαίνεται περίεργη και λιγάκι τρομακτική αυτή η τρομερή αντίθεση. Από την μία δρόμοι γεμάτοι ανθρώπους, μαγαζιά, μουσικές, χρώματα, γέλια, χαρά, ελπίδες και όνειρα να ξεχειλίζουν λες από κάθε γωνιά της πόλης. Κι απ’ την άλλη παράθυρα με τραβηγμένες τις κουρτίνες, μοναχικοί επιβάτες, σκυμμένα κεφάλια. Τα δικά τους τα όνειρα και τις ελπίδες τα ξέβρασε στον Θερμαϊκό κάποια σωλήνα και πάει, Ξένοι στην ίδια πόλη τα χάσαν’ μια για πάντα.

Όσο απίστευτο κι αν μας φαίνεται, όταν το πανηγύρι τελειώσει και τα φώτα τη ράμπας σβήσουν, όταν ο αχός από τα χειροκροτήματα ξεθωριάσει, τότε οι άνθρωποι φεύγουν ο καθένας μόνος του. Φεύγουν αμίλητοι, χωρίς να ανταλλάξουν ούτε μια κουβέντα και κρύβονται πάλι στα γκρίζα σπιρτόκουτά τους. Βλέπουν την «πραγματική» ζωή μέσα από τα γυάλινα κουτιά τους και νομίζουν ότι έτσι πρέπει να ζούνε. Μόνοι.

Και ανάμεσα στους τρελούς που ξεφαντώνουν και τους μοναχικούς που αμπαρώνονται στα σπίτια τους είμαι κι εγώ. Κοιτάω τους μεν, κοιτάω τους δε και καταλήγω τελικά στο συμπέρασμα πως κανένας τους δεν είναι πραγματικά μόνος.

Όχι, έχουμε καταλάβει λάθος το νόημα της μοναξιάς. Μοναξιά δεν σημαίνει είμαι μόνος. Σημαίνει δεν ανήκω σ’ εσάς, δεν με καταλαβαίνετε και δεν σας καταλαβαίνω.

Μια γιαγιά μένει απέναντι από την στάση του λεωφορείου. Είναι από εκείνες τις παραμυθένιες γριούλες, άνετα θα περνούσε για γιαγιά της κοκκινοσκουφίτσας με τα χιονάτα μαλλιά της και τα καλοσυνάτα μάτια της. Την βλέπω κάθε πρωί να τραβάει ανυπόμονα τις κουρτίνες του παραθύρου της και να κοιτάει τον δρόμο με προσμονή. Σαν να θέλει να ρουφήξει τον έξω κόσμο, σαν να ψάχνει κάτι που έχασε. Την βλέπω κάθε πρωί κι αναρωτιέμαι, πήγε άραγε ποτέ κανείς να κάνει παρέα σ’ αυτήν την γυναίκα;

Είναι τάχα τελείως μόνη της στον κόσμο; Πόσοι άλλοι να ‘ναι εκεί έξω σαν κι αυτήν; Μα το ερώτημα που με καίει περισσότερο είναι γιατί. Γιατί γίναν’ έτσι οι άνθρωποι , γιατί να αφήνουμε τους γύρω μας να νιώθουν μόνους αντί να ενώσουμε τις μοναξιές μας στον πιο όμορφο χορό;

Είναι η ζωή στην πόλη βλέπεις, η καθημερινότητα, η βαβούρα, η βιασύνη, το άγχος, η ανάγκη να τελειώνεις μια ώρα αρχύτερα και να κλειστείς πάλι στο καβούκι σου. Είναι η καχυποψία που μας μεταδίδουν απλόχερα τα δελτία ειδήσεων τρόμου, ο φόβος για τις προθέσεις του άλλου και κυρίως αυτός ο καθωσπρεπισμός που μας δίδαξε η τηλεόραση. Είδατε εσείς ποτέ την Σκορδά να κάνει παρέα σε άγνωστες ηλικιωμένες κυρίες; Όχι βέβαια.

Όμως δεν ήταν πάντα έτσι άνθρωποι, είναι η πόλη που τους έκανε έτσι. Κι όσο κι αν την αγαπώ την Θεσσαλονίκη μου, με πονάει να βλέπω τους κατοίκους της να πνίγονται στην μοναξιά τους. Αύριο, αύριο κιόλας θα πάω να μιλήσω στην γιαγιά που αγναντεύει απ’ το παράθυρο. Να αγναντέψουμε μαζί, να μην είναι μόνη.

Δημοφιλή Άρθρα

Τα αγαπημένα

Στους πληγέντες στο Μάτι.

Της Δήμητρας Σιάρακα «Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει κι αν «ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς» Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει• παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα...