Διηγήματα

Αρχική Τέχνη Διηγήματα

«Μαύρη μακριά κοτσίδα»

Όπως και τα άλλα πρωινά, έτσι και σήμερα με ξύπνησε το κλάμα του αδερφού μου. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και άρχισα να το στρώνω. Ξαφνικά, εκεί που χτένιζα τα μαύρα μου μαλλιά μπήκε στο δωμάτιο η μάνα μου με μεγάλη φούρια.

-Δεν τον ακούς που κλαίει; μου είπε και άρχισε να μου φωνάζει. Δεν της απάντησα, νύσταζα, και ούτως ή άλλως ήξερα που θα κατέληγε αυτή η συζήτηση. Εκείνη όμως νευρίασε ακόμα περισσότερο ήρθε προς το μέρος μου σήκωσε το στιβαρό της χέρι και… εκείνη την ώρα μπήκε ο μπαμπάς μέσα.

-Τι συμβαίνει;

-Τι να συμβαίνει, τι θες να συμβαίνει; Πάλι τα ίδια η κόρη σου…, είπε, πήρε το μωρό αγκαλιά και βγήκε από το δωμάτιο.

Εκείνος ήρθε και έκατσε δίπλα μου. Είχε ήδη βάλει την χακί στολή του και είχε φορέσει τις μαύρες αρβύλες του. Μου πήρε την χτένα από τα χέρια και άρχισε να με χτενίζει.

-Μα πότε πρόλαβαν και μάκρυναν τόσο τα μαλλιά σου; μου είπε καθώς έψαχνε στο κομοδίνο να βρει ένα λαστιχάκι να μου πιάσει την πλεξούδα που μου είχε φτιάξει. Ύστερα σηκώθηκε μου χάιδεψε το μάγουλο και έφυγε για την δουλειά.

Ο μπαμπάς δούλευε πολύ σκληρά. Σηκωνόταν νωρίς το πρωί, πριν φέξει και γύρναγε το βράδυ. Για την δουλειά του δεν μας μίλαγε ποτέ, αλλά φαίνονταν να τον κουράζει. Παρόλα αυτά του άρεσε.

Η ώρα όμως είχε περάσει χωρίς να το καταλάβω και, αν δεν ήθελα να αργήσω για το σχολείο, έπρεπε να βιαστώ. Πλύθηκα και ντύθηκα στα γρήγορα, άρπαξα την τσάντα μου από το πάτωμα, άνοιξα την πόρτα και έφυγα. Δεν είχα προλάβει να κατέβω τα τρία σκαλάκια που βρίσκονταν έξω από την πόρτα μας και η φωνή της μάνας μου με σταμάτησε.

–Ξέχασες το φαγητό σου, μου είπε, προχώρησε προς το μέρος μου, μου το έδωσε, με φίλησε στο κούτελο και μπήκε πάλι μέσα.

Στο δρόμο για το σχολείο σκεπτόμουν την μάνα μου. Τι παράξενος άνθρωπος που ήταν! Πραγματικά ώρες-ώρες δεν την καταλάβαινα. Ήταν φανερό ότι είχε μία κάποια αδυναμία στον αδερφό μου, όπως άλλωστε είχα και εγώ στον μπαμπά μου, αλλά δεν έπαυε ποτέ να με προσέχει και να με αγαπάει παρ’ όλες τις ανεξήγητες υστερίες της.

Τις σκέψεις μου τις διέκοψε το κουδούνι που χτύπησε με το που πάτησα το πόδι μου στο σχολείο. «Πάλι καλά, σκέφτηκα, πρόλαβα».

Το σχολείο γενικά μου φαίνονταν αδιάφορο. Ένα μάθημα που μου άρεσε σχετικά ήταν τα αραβικά. Αλλά στο μόνο που ήμουν πραγματικά καλή και το απολάμβανα ήταν τα καλλιτεχνικά.

Ο δάσκαλος μου μού έλεγε ότι έχω ταλέντο και ότι κάποια μέρα ο κόσμος θα το έβλεπε και εγώ τον πίστευα, γιατί πίστευα στον εαυτό μου. Ο δάσκαλος μου ήταν πραγματικά υπέροχος άνθρωπος και μεγάλος εκπαιδευτικός. Ήταν η έμπνευσή μου, ο λόγος που ξύπναγα το πρωί για να πάω σχολείο, παρόλο που δεν μου άρεσε. Απολάμβανα τα μαθήματα του όσο τίποτε άλλο και άκουγα προσεκτικά ό,τι μας δίδασκε. Και μέσα και έξω από την τάξη ήταν αυθόρμητος και πάντα παθιασμένος με το επάγγελμα του. Ήταν ο μέντοράς μου και ο καθοδηγητής μου. Ήταν ο λόγος που μου άρεσε να περνάω ώρες στο δωμάτιο μου και να ζωγραφίζω αδιαφορώντας για την φασαρία που έκανε ο αδερφός μου. Ένιωθα τυχερή που ήμουν μαθήτρια του.

Η ημέρα σήμερα στο σχολείο πέρασε σχετικά γρήγορα παρ’ όλη την αφόρητη ζέστη που είχε πιάσει. Το πρόγραμμά μου όμως ήταν δύσκολο και ένοιωθα ήδη κουρασμένη. Πλησίαζε η ώρα που θα έπαιρνα το δρόμο της επιστροφής και αυτό με χαλάρωνε κάπως.

Εδώ και κάμποσο καιρό, όταν γυρνάω σπίτι από το σχολείο, συναντώ στο δρόμο, πάντα στο ίδιο σημείο, έναν γέρικο, καφετί, διψασμένο σκύλο. Κάθεται εκεί και με περιμένει να φανώ από τη γωνία, να του δώσω να πιεί νερό από το μπουκάλι μου και να τον ταΐσω με το φαγητό που μου δίνει η μαμά για να τρώω στο σχολείο. Δεν του έχω δώσει όνομα και δεν περνάω πολύ χρόνο μαζί του γιατί δεν θέλω να δεθούμε, αλλά μάλλον είναι πολύ αργά για αυτό πια. Τις προάλλες, καθώς του έδινα να φάει, έγλυψε με την ροζ γλώσσα του το χέρι μου. Ξαφνιάστηκα, σηκώθηκα απότομα και πήγα σπίτι. Το βράδυ, όταν έκλεισα τα μάτια μου, πήρα το πινέλο στα χέρια μου και κάθισα μπροστά στον καμβά άρχισα να τον ζωγραφίζω. Κάπως έτσι, θυμάμαι, είχα καταλάβει και την αδυναμία που είχα στον καθηγητή μου, με ένα μολύβι και λίγο χαρτί εκείνη την φορά.

Γύρισα σπίτι με μία διάθεση να ξαπλώσω, ο ήλιος με είχε εξουθενώσει. Με το που πάτησα το πόδι μου μέσα όμως η μάνα μου άρχισε τις φωνές.

– Πού ήσουν; Γιατί άργησες πάλι; μου είπε τραβώντας την μακριά κοτσίδα μου. Πάρε αυτό και τρέχα να πας να φέρεις νερό, ο αδερφός σου σε λίγο θα διψάει, και μου πέταξε στα μούτρα έναν άδειο πλαστικό κουβά.

Δεν υπήρχε χειρότερη αγγαρεία για εμένα από το να φέρνω το νερό στο σπίτι. Ήμουν γενικά μικρόσωμη και τα πράγματα δυσκόλευαν όταν κουβάλαγα έναν ξέχειλο κουβά σε έναν δύσβατο δρόμο.

Το βράδυ περίμενα ανυπόμονα να γυρίσει ο μπαμπάς από την δουλειά να του δείξω τους καινούριους μου πίνακες, αλλά αυτή την φορά άργησε πολύ να έρθει. Η μαμά μου με έστειλε να κοιμηθώ και με παρακάλεσε να κοιμίσω και τον αδερφό μου. Ήταν πολύ αναστατωμένη για κάποιο λόγο. Κατά διαστήματα ερχόταν στο δωμάτιο να δει άμα κοιμόμασταν και περίμενε στο σαλόνι να φανεί ο μπαμπάς ακούγοντας χαμηλά τις ειδήσεις στο ραδιόφωνο. Εκείνο το βράδυ άργησε να με πάρει ο ύπνος. Η ανησυχία της σχεδόν πάντα ψύχραιμης μάνας μου με είχε ανησυχήσει και μένα. Πέρασαν από το μυαλό μου διάφορα σενάρια για την αργοπορία του μπαμπά, ώσπου ξαφνικά μέσα στον ύπνο μου άκουσα το κλειδί του στην πόρτα να γυρίζει και τις αρβύλες του να τρίζουν στο μωσαϊκό. Δεν πρόλαβα να ακούσω τον λόγο της αργοπορίας του, ήμουν τόσο κουρασμένη που αποκοιμήθηκα αμέσως.

Το επόμενο πρωί με ξύπνησε ένας εκκωφαντικός ήχος. Δεν ήξερα τι ήτανε, δεν είχα ξανακούσει ποτέ τίποτα παρόμοιο. Από την μεγάλη του δύναμη ένοιωθα όλο το σπίτι να τραντάζεται.

Πετάχτηκα από το κρεβάτι, πήρα το μωρό από την κούνια και τρομαγμένη πήγα στη κουζίνα. Εκεί ήταν η μαμά και ο μπαμπάς σκυμμένοι πάνω από έναν χάρτη που είχαν τοποθετήσει πάνω στο ξύλινο τραπέζι. Για αρκετή ώρα ήταν απορροφημένοι να γράφουν πάνω του ώσπου ξερόβηξα και με παρατήρησαν. Γύρισαν το κεφάλι ταυτόχρονα και με είδαν να κρατάω τον αδερφό μου αγκαλιά. Ο μπαμπάς πήρε το χάρτη, τον δίπλωσε και τον έβαλε στην τσέπη του, ενώ η μάνα μου έτρεξε κατά πάνω μου και πήρε το μωρό από την αγκαλιά μου. Έμεινα για λίγο μόνη μου να τους κοιτάζω.

-Πήγαινε μέσα να πλυθείς και να ντυθείς και έρχομαι, μου είπε ο μπαμπάς.

Πήγα και ετοιμάστηκα και σε λίγο φάνηκε και αυτός στην πόρτα του δωματίου. Μου χτένισε τα μαλλιά, μου έφτιαξε την πλεξούδα και κάθισε δίπλα μου στο κρεβάτι.

-Τι ήταν αυτός ο θόρυβος; τον ρώτησα.

Προσπάθησε να μου χαμογελάσει, με χάιδεψε και άρχισε να μου εξηγεί κρατώντας μου το χέρι.

– Κηρύχθηκε εμφύλιος. Πρέπει να φύγουμε από την χώρα όσο πιο γρήγορα γίνεται. Με κυνηγάνε.

Έχω κανονίσει να μεταφερθούμε σε άλλη χώρα εμείς και άλλες δύο οικογένειες στρατιωτικών που αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στον πόλεμο. Όλα θα πάνε καλά, μην φοβάσαι. Σε λίγο θα έρθει ένα αμάξι να μας πάρει. Μην κουβαλήσεις τίποτα μαζί σου. Θα πάμε κάπου καλύτερα, στο υπόσχομαι.

Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά. Δεν ήξερα τι να πω. Εκείνος σηκώθηκε και πήγε να βγει από το δωμάτιο.

-Μπαμπά!, του φώναξα, κοίτα!! Και του έδειξα τους πίνακές μου.

Κάθισε μπροστά τους και τους κοίταζε με προσοχή έναν-έναν.

-Αα!! Είναι πραγματικά υπέροχοι!! Ετοιμάσου όμως τώρα, σε λίγο φεύγουμε.

Έμεινα μόνη στο δωμάτιο κοιτώντας το ταβάνι. Δεν με πείραζε που θα φεύγαμε, ίσα-ίσα με χαροποιούσε. Ο μπαμπάς είπε ότι θα πηγαίναμε σε ένα καλύτερο μέρος και ίσως σε αυτό το μέρος να μην χρειαζότανε να κουβαλάω μόνη μου το νερό, ίσως σε αυτό το μέρος το σχολείο να ήταν διαφορετικό, ίσως σε αυτό το μέρος κάποιος να έβλεπε το ταλέντο μου και να έκανα τον δάσκαλο μου περήφανο που με είχε μαθήτρια του. Γύρισα το κεφάλι μου και αντίκρισα του πίνακές μου. Κρίμα που θα μένανε εδώ. Κάθε πίνακας ήταν ξεχωριστός για εμένα.

Σε λίγο το αμάξι είχε φτάσει και μας περίμενε έξω από την πόρτα, το άκουγα που κόρναρε. Η μαμά άνοιξε την πόρτα. Κρατούσε το μωρό αγκαλιά και μία μεγάλη τσάντα στον ώμο. Εγώ στεκόμουν από πίσω της, ενώ ο μπαμπάς μου έπαιρνε κάτι τελευταία πράγματα μέσα από τα συρτάρια. Κοίταξα τον δρόμο υπήρχε μεγάλη αναστάτωση. Άντρες και παιδιά, γεμάτα με αίματα, τρέχανε πετώντας πέτρες ο ένας στον άλλον, κάποιοι είχαν και όπλα. Δεν καταλάβαινα γιατί κανένας δεν μας πείραζε.

-Τι κάνεις; μου είπε ο μπαμπάς, βιάσου μπες μέσα! ,και μου έδειξε το αμάξι.

Μπήκα μέσα και έκατσα δίπλα στην μαμά. Σε λίγο ήρθε και εκείνος και με ένα του νεύμα το αυτοκίνητο ξεκίνησε. Μαζί μας ήταν άλλες δύο οικογένειες, όπως είχε πει ο μπαμπάς, αλλά καμία από τις δύο δεν είχε παιδί στην ηλικία μου. Όλα ήταν μωρά της αγκαλιάς.

Στο δρόμο περάσαμε μπροστά από το σχολείο μου, που έμοιαζε έρημο και άδειο χωρίς τους συμμαθητές μου και εμένα. Λίγο πιο πέρα γινότανε βαβούρα. Τρεις άνδρες κυνηγάγανε έναν τέταρτο. Ξαφνικά κοιτάζω αυτόν που τρέχει σαν μανιακός ρίχνοντας κλεφτές ματιές από πίσω του και βλέπω ότι είναι ο δάσκαλός μου. Πριν καλά-καλά το συνειδητοποιήσω, τον βλέπω να πέφτει κάτω και άλλους τρεις να τον πιάνουν. Δεν πρόλαβα να δω τι έγινε μετά, το αμάξι προχώρησε και αυτός έμεινε πίσω. Τι απέγινε ποτέ δεν έμαθα.

Στρίψαμε στην γωνία, τώρα βρισκόμασταν στον δρόμο που συναντούσα τον γέρικο σκύλο. Αναρωτήθηκα αν θα ήταν εκεί, και πράγματι ήταν. Στο ίδιο σημείο όπως πάντα. Σα να μην είχε αλλάξει τίποτα. Πόσο ήθελα να τον ζωγραφίσω, έτσι ήρεμο και ανέμελο! Η σταθερότητα στο βλέμμα του με γέμιζε σιγουριά και έμπνευση. Το αμάξι όμως συνέχισε το δρόμο του και δεν πρόλαβα να τον χορτάσω.

Στην διαδρομή ο μπαμπάς μου συζητούσε χαμηλόφωνα με τους άλλους δύο άνδρες που ήταν μέσα στο αμάξι.

-Λοιπόν, θέλουμε ακόμα μία μέρα ταξίδι για να περάσουμε τα σύνορα. Τα έχω κανονίσει όλα. Τα ονόματα μας δεν έχουν μπει ακόμα στην λίστα. Αν μας σταματήσουν θα τα χρησιμοποιήσουμε και θα μας αφήσουν. Κανένας δεν θα καταλάβει τίποτα μέχρι να φύγουμε.

-Ωραία, από εκεί και μετά έχω κανονίσει εγώ. Θα μας περιμένουν στα σύνορα της Τουρκίας να μπούμε μέσα. Έχετε φέρει αυτά που είπαμε;

-Ναι, είπε ο μπαμπάς μου.

– Ναι όλα εδώ τα έχω, είπε αυτός που μιλούσε πρώτα χτυπώντας ελαφρά την τσάντα του.

-Ωραία. Με το που πατήσουμε το πόδι μας στην Τουρκία τα πράγματα είναι πιο εύκολα. Έχω κανονίσει και μας έχουν βγάλει κάρτες. Με αυτές δεν θα μας πειράξει κανείς αλλά πρέπει ακόμα να είμαστε προσεκτικοί. Μία εβδομάδα ταξίδι θα κάνουμε μέσα στην Τουρκία. Θα πηγαίνουμε από πόλη σε πόλη και θα κινούμαστε γρήγορα.

-Μετά φτάνουμε παράλια. Εδώ αναλαμβάνω εγώ. Μας έχω κλείσει τρία σκάφη. Μικρά αλλά τα καλύτερα που βρήκα. Εσείς οι δύο θα πάτε Ελλάδα. Εγώ θα πάω Ιταλία. Στο δρόμο θα χωριστούμε. Να μην ξεχνάτε να κάνετε στάσεις σε νησιά για ξεκούραση και για βενζίνη. Να είστε όμως πάρα πολύ προσεκτικοί. Στην Ελλάδα δεν αστειεύονται με τους μετανάστες, τους είπε ο μπαμπάς μου.

Το ταξίδι μέχρι να περάσουμε τα σύνορα ήταν βαρετό. Καθόμουν ανάμεσα στην μαμά και στον μπαμπά μου και δεν είχα τίποτα το ενδιαφέρον να κάνω. Για λίγο ένιωσα να μου λείπει το σχολείο. Μα πιο πολύ μου έλειπαν οι μπογιές μου, τα πινέλα μου και πάνω από όλα το καβαλέτο μου. Μου το είχε χαρίσει ο δάσκαλος μου. Μου είχε πει ότι με αυτό και εκείνος είχε πρωτοξεκινήσει να ζωγραφίζει και το πρόσεχα πολύ.

Στην πρώτη μας στάση, όταν πια είχαμε περάσει τα σύνορα με μεγάλη ευκολία, συμφώνησα με τον μπαμπά μου να αλλάξουμε θέσεις και έτσι έκατσα δίπλα στο παράθυρο. Εκεί τα πράγματα βελτιώθηκαν, γιατί χάζευα την θέα και κάπως έτσι η βαρεμάρα έσπαγε. Η διαδρομή μέσα από στην Τουρκία έγινε με μεγάλη προσοχή. Ταξιδεύαμε μέρα και νύχτα με ελάχιστες στάσεις. Η ατμόσφαιρα μέσα στο αμάξι ήταν αποπνικτική, εξαιτίας της αφόρητης ζέστης που μας έκανε να ιδρώνουμε χωρίς καν να κουνιόμαστε. Ήταν μία πολύ δύσκολη εβδομάδα. Ένιωθα όλο μου το σώμα πιασμένο και συνεχώς μουδιασμένο από την ακινησία. Νόμιζα ότι το κεφάλι μου θα έσπαγε από το τσιριχτό κλάμα των μωρών. Και εκεί που ήμουν έτοιμη να τα παρατήσω, να ανοίξω την πόρτα και να κατέβω από το αμάξι αντίκρισα έξω από το παράθυρο μου μια μπλε απεραντοσύνη.

Ήταν η θάλασσα. Δεν την είχα δει ποτέ πριν στην ζωή μου. Έμοιαζε τόσο όμορφη και ήρεμη καθώς ο ήλιος έδυε μέσα της! Μακάρι να μπορούσα να την ζωγραφίσω!

Ξαφνικά ένιωσα το αμάξι να σταματάει.

-Φτάσαμε, κατεβείτε, είπε ο μπαμπάς μου και άρχισε να προχωράει μπροστά με ταχύ βήμα. Μετά από λίγο σταμάτησε απότομα απέναντι από τρεις ίδιες μικρές βαρκούλες.

-Αυτές είναι;

-Ναι, αυτές, απάντησε. Άντε, μπείτε μέσα!

Όσο πιο γρήγορα φτάσουμε τόσο πιο γρήγορα θα τελειώσει αυτή η ταλαιπωρία.

Επιβιβαστήκαμε όλοι στις τρεις βάρκες, μία για κάθε οικογένεια. Ο μπαμπάς μου έκανε μία μικρή επίδειξη στις άλλες δύο βάρκες για τον χειρισμό της μηχανής, έδωσε οδηγίες για την πορεία μας και ξεκινήσαμε. Ως ένα σημείο θα πηγαίναμε και οι τρεις μαζί μετά θα χωριζόμασταν. Ο καθένας στον δικό του επίγειο παράδεισο. Τρεις μέρες ταξίδι και θα φτάναμε. Επιτέλους, θα φτάναμε! Όλοι ήμασταν ευτυχισμένοι, τα όνειρα μας για μια καινούρια ζωή σε τρεις μέρες θα πραγματοποιούνταν.

Ταξιδεύαμε δύο ώρες με καλό καιρό. Είχαμε περάσει τα σύνορα της Τουρκίας και

πλέαμε σε ελληνικά ύδατα. Αλλά ξαφνικά, χωρίς καμία προειδοποίηση, ο καιρός χάλασε, ο ουρανός μαύρισε και μαζί του αγρίεψε και η θάλασσα. Ψάξαμε στην βάρκα να βρούμε τα σωσίβια αλλά δεν υπήρχαν πουθενά. Κοίταξα γύρω μου τρομαγμένη, είχαμε απομακρυνθεί πολύ από τις άλλες βάρκες και τα κύματα έπεφταν πάνω μας αγριεμένα. Η βάρκα άρχισε να μπάζει νερά, ο αδερφός μου άρχισε να κλαίει. Από τον αέρα η μαύρη μακριά κοτσίδα μου λύθηκε και τα μαλλιά, μου έμπαιναν στα μάτια. Αλλά ξαφνικά, εκεί που ένιωθα το νερό να ανεβαίνει στα πόδια μου, βλέπω ένα τεράστιο σκάφος δίπλα μας. Άρχισα να φωνάζω και να κουνάω τα χέρια μου για να μας προσέξουν. Ναι, μας βλέπανε, μας βλέπανε να βουλιάζουμε. Ήταν εκεί και μας κοίταζαν χωρίς να κάνουν τίποτα!

Το νερό ανέβαινε, η βάρκα βούλιαζε και εγώ δεν ήξερα κολύμπι. Το τέλος ήταν προβλέψιμο. Ήξερα τι θα γίνονταν και δε μπορούσα να το αποτρέψω. Απλά περίμενα να τελειώσει. Το παρατηρούσα να γίνεται, έβλεπα την οικογένεια μου να πνίγεται, άπραγη, χωρίς να μπορώ να κάνω κάτι. Μα γιατί δεν μας βοηθούσαν εκείνοι; Η βάρκα είχε πια βουλιάξει και δεν άκουγα πλέον το κλάμα του αδερφού μου. Για μια στιγμή αναρωτήθηκα αν υπάρχει Θεός και άμα υπάρχει γιατί επιτρέπει αυτό να γίνεται. Είχε πια βραδιάσει όταν δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Μέσα από την θάλασσα κοίταζα τα αστέρια να λάμπουν. Τώρα πια ήμουν άλλος ένας κόκκος άμμου σε μία απέραντη παραλία. Όχι, κανένας δεν θα κλάψει για εμένα. Κανένας δεν θα θρηνήσει την ζωή που δεν έζησα, γιατί κανένας δεν ενδιαφέρεται για εμάς, τα θύματα του πολέμου.

Συγνώμη, ξέχασα να σας συστηθώ: ονομάζομαι Αΐσα και είμαι από την Συρία. Βρίσκομαι 10 μίλια ανοιχτά της Σάμου μαζί με την οικογένεια μου και περιμένω ακόμα να με βρουν εκείνοι που δε με έσωσαν…

Δημοφιλή Άρθρα

Τα αγαπημένα

Εν οίδα, ότι ουδέν οίδα

Το 2017 έφτασε και δυστυχώς τα πράγματα δεν δείχνουν να αλλάζουν. Τα προβλήματα αντιθέτως ολοένα και αυξάνονται και όλοι αναρωτιούνται γιατί συμβαίνει αυτό και...

Άκου μαμά…